
|
 | Εκτύπωση
ΤΜΗΜΑ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ: ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ
1. Αρχαίο Ιδάλιο, 2010
(υπεύθυνη ανασκαφής: Δρ. Μ. Χατζηκωστή)
Το Υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων (Τμήμα Αρχαιοτήτων) ανακοινώνει την ολοκλήρωση της εικοστής ανασκαφικής περιόδου των τακτικών ανασκαφών του Τμήματος Αρχαιοτήτων στο Αρχαίο Ιδάλιον. Οι ανασκαφές διεξάγονται από το 1991 κάτω από την διεύθυνση της Διευθύντριας του Τμήματος Δρoς Μαρίας Χατζηκωστή με την βοήθεια των Ανώτερων Τεχνικών κου Στ. Λαγού και Κ. Καπιτανή. Στις φετινές ανασκαφές πήραν μέρος στην έρευνα και πέντε νέοι κύπριοι αρχαιολόγοι από πανεπιστήμια της Ελλάδας και το Πανεπιστήμιο Κύπρου.
Στο διάστημα των 20 χρόνων από την έναρξη της ανασκαφής διερευνήθηκε έκταση δύο χιλιάδων τετραγωνικών μέτρων στους πρόποδες του λόφου της Αμπιλερής, της δυτικής ακρόπολης της αρχαίας πόλης του Ιδαλίου.
Στο σημείο αυτό ανασκάφηκε ένα μεγάλο οχυρωμένο κτιριακό συγκρότημα που μπορεί να ερμηνευτεί ως το Παλάτι ή το Διοικητικό Κέντρο του αρχαίου Ιδαλίου. Το συγκρότημα περιλαμβάνει ένα τριπλό ελιόμυλο μοναδικό στο είδος του στη περιοχή της ανατολικής Μεσογείου, δρόμους που οδηγούν από την εξωτερική πύλη στις αυλές του συγκροτήματος, πύργους και επιβλητικά συγκροτήματα αποθηκών, κατοικιών και στρατιωτικών εγκαταστάσεων.
Το οχυρό του Ιδαλίου είναι το μεγαλύτερο παλάτι ή διοικητικό κέντρο που εντοπίστηκε μέχρι σήμερα στην Κύπρο. Έχει αυστηρά αμυντικό χαρακτήρα με εσωτερικούς πύργους που ελέγχουν τους εσωτερικούς δρόμους και τις μεγάλες ορθογώνιες αυλές. Γύρω από τις αυλές υπήρχαν πτέρυγες δωματίων με ισόγειο και όροφο. Τα δωμάτια στο ισόγειο περιελάμβαναν αποθήκες, που περιείχαν πίθους, μεγάλα αγγεία για αποθήκευση του κρασιού και του λαδιού που ήταν τα κύρια προϊόντα της περιοχής. Σε πολλά από τα δωμάτια των αποθηκών βρέθηκαν και επιγραφές που καταγράφουν τη συλλογή φόρων σε είδος από τους κατοίκους της αρχαίας πόλης.
Οι Επιγραφές αυτές που ξεπερνούν μέχρι σήμερα τις τριακόσιες, αποτελούν το Φοινικό Αρχείο και φανερώνουν τον τρόπο με τον οποίο συνέλεγαν τους φόρους οι Φοίνικες, που διοικούσαν την πόλη του Ιδαλίου για 150 χρόνια από τα μέσα του 5ου μέχρι το τέλος του 4ου αιώνα π.Χ. Οι επιγραφές είναι γραμμένες με μελάνι πάνω σε μαρμάρινες πλάκες και κεραμικά όστρακα.
Κατά τη φετινή ανασκαφική περίοδο η ανασκαφή επεκτάθηκε σε ψηλότερο επίπεδο του λόφου, όπου αποκαλύφθηκαν δύο νέα συγκροτήματα δωματίων, τα οποία εφάπτονται της ανατολικής και δυτικής πλευράς ενός μεγάλου εσωτερικού πύργου. Το συγκρότημα στα ανατολικά του πύργου αποτελεί τη νότια πτέρυγα της μεγάλης αυλής των αποθηκών. Οι τοίχοι των δωματίων διατηρούνται σε ύψος μέχρι και τρία μέτρα. Στα δωμάτια βρέθηκαν πίθοι, μεγάλα αγγεία, επιγραφές και τμήματα χάλκινης ασπίδας που έπεσε μαζί με σιδερένια όπλα από το δεύτερο όροφο. Το δεύτερο συγκρότημα βρίσκεται στα δυτικά του μεγάλου πύργου, περιλαμβάνει επίσης έξι δωμάτια που συγκοινωνούν μεταξύ τους, άλλα και με τους δύο μεγάλους δρόμους στα βόρεια και δυτικά. Είναι πιθανό το συγκρότημα αυτό να χρησιμοποιήθηκε ως στρατιωτική εγκατάσταση για τη φρουρά του πύργου.
Με τις φετινές ανασκαφές ο χώρος έχει επεκταθεί, έτσι ώστε να διαμορφωθεί κατάλληλα και να ανοίξει για το κοινό. Ετοιμάζονται τα σχέδια σε συνεργασία με το Δήμο Ιδαλίου. Ο αρχαιολογικός χώρος θα ενωθεί με το Τοπικό Μουσείο του Αρχαίου Ιδαλίου, που εγκαινιάστηκε και λειτούργησε το 2008. Έγιναν ήδη τα μονοπάτια που συνδέουν το μουσείο με το χώρο και ολοκληρώθηκε η διαμόρφωση του χώρου στάθμευσης κοντά στο μουσείο. Όλα τα πιο πάνω υλοποιήθηκαν σε συνεργασία με το Δήμο Ιδαλίου, ο οποίος αποτελεί υπόδειγμα για την προσφορά του στην ανάδειξη των αρχαιοτήτων της περιοχής του.
Αρχαίο Ιδάλιο
2. Κολόσσι: Μεσαιωνικός Ζαχαρόμυλος (2008)
(υπεύθυνη ανασκαφής: Δρ. Μ. Σολομίδου-Ιερωνυμίδου)
Στα ανατολικά του Κάστρου του Κολοσσίου βρίσκονται τα κατάλοιπα εργοστασίου παραγωγής ζάχαρης από ζαχαροκάλαμο που καλλιεργείτο σε μεγάλες φυτείες στην περιοχή. Οι εγκαταστάσεις που χρονολογούνται από το 14ο αιώνα αποτελούνται από τρεις βασικούς χώρους και άλλους βοηθητικούς. Το κυριότερο οικοδόμημα είναι το εργοστάσιο επεξεργασίας της ζάχαρης που είναι μια μακρόστενη πετρόκτιστη καμαροσκέπαστη αίθουσα. Από επιγραφή που βρίσκεται εντοιχισμένη στη νότια εξωτερική πλευρά του κτηρίου γνωρίζουμε ότι αυτό επιδιορθώθηκε το 1591 όταν κυβερνήτης της Κύπρου ήταν ο Πασάς Μουράτ. Στα βόρεια της αίθουσας βρίσκονται τα ερείπια του νερόμυλου και του υδραγωγείου.
Κατά το 2008 ολοκληρώθηκε η δέκατη πέμπτς ανασκαφική περίοδος στο Μεσαιωνικό Ζαχαρόμυλο Κολοσσίου. Οι ανασκαφές διεξήχθησαν κάτω από τη διεύθυνση της Εφόρου Αρχαιοτήτων Δρος Μαρίνας Σολομίδου-Ιερωνυμίδου, με τη βοήθεια της αρχαιολόγου Ντόριας Νικολάου, των Τεχνικών Μ. Μακρή-Τσιάμπερλαιν και του Α. Ταβέλη και με μια ομάδα έξι εργατών. Η φετινή ανασκαφική σκαπάνη διήρκησε τέσσερις εβδομάδες, από τις 6 μέχρι τις 31 Οκτωβρίου 2008.
Κύριος στόχος αυτής της ανασκαφικής περιόδου ήταν η συνέχιση της έρευνας στα βόρεια της κυκλικής κατασκευής που διερευνήθηκε κατά την προηγούμενη ανασκαφική περίοδο 2007, στο χώρο δηλαδή που εφάπτεται δυτικά του υδραγωγείου σε μήκος περίπου 4μ. Επιδίωξη επίσης ήταν και ο προσδιορισμός των νοτίων ορίων του προς μελέτη χώρου.
Στα νότια όρια του μέχρι στιγμής ανασκαμμένου χώρου εμφανίστηκε τοίχος με φορά ανατολικά-δυτικά. Στα βόρεια του τοίχου εμφανίστηκε η συνέχεια του πατώματος από πέτρινες πλάκες, που είχε μερικώς αποκαλυφθεί κατά τη διάρκεια προηγούμενων ανασκαφικών ερευνών. Άξιο αναφοράς είναι η αυξημένη ποσότητα άνθρακα πλησίον του δαπέδου, γεγονός που θα εξεταστεί αφότου ολοκληρωθεί η ανασκαφή και καταστεί δυνατό να μελετηθεί το μνημείο στην ολότητά του. Η κεραμική παρουσιάζει σχετική ομοιομορφία, αφού κυρίως βρέθηκαν όστρακα αγγείων διύλισης της ζάχαρης και κάποια μεμονωμένα παραδείγματα εφυαλωμένης κεραμικής.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη φετινή ανασκαφική έρευνα είχε η περιοχή δυτικά του τοίχου του υδραγωγείου, στα βόρεια όρια του μέχρι στιγμής ανασκαμμένου χώρου. Έχει έρθει στο φως μια ελλειψοειδής λιθόκτιστη κατασκευή, η οποία έχει μέγιστη διάμετρο 3μ. και κατά πάσα πιθανότητα σχετίζεται με την μικρότερη κυκλική πλινθόκτιστη κατασκευή που ανασκάφηκε κατά την περσινή χρονιά. Η ελλειψοειδής λιθόκτιστη κατασκευή βρίσκεται κατά 1μ. πιο ψηλά από το δάπεδο της κυκλικής κατασκευής και φαίνεται ότι επικάθεται στα βόρεια τοιχώματα της τελευταίας και σε τοίχο που εκτείνεται επίσης βόρεια της κυκλικής κατασκευής με φορά ανατολικά δυτικά. Είναι εξολοκλήρου κατασκευασμένη με ακατέργαστους ή ημικατεργασμένους λίθους χωρίς ίχνος κονιάματος ή κάποιου άλλου συνδετικού υλικού. Σε κάποιο μεταγενέστερο στάδιο, όταν η ελλειψοειδής λιθόκτιστη κατασκευή δεν ήταν πλέον σε λειτουργία, αποφασίστηκε το μπάζωμά της με ένα υλικό αρκετά σκληρό, κοκκινωπού χρώματος καμωμένο από πολύ μικρό βοτσαλάκι. Στο στρώμα αυτό βρέθηκε περιορισμένος αριθμός οστράκων διύλισης της ζάχαρης.
Παρόλο που η λιθόκτιστη κατασκευή δεν έχει ερευνηθεί στην ολότητά της, (το βόρειο μισό της δεν έχει ακόμη ανασκαφεί), εντούτοις φάνηκε ότι στο κεντρικό της σημείο, πάνω από το στρώμα με τα βότσαλα είχε συσσωρευτεί στρώμα άνθρακα. Ο μεγάλος πελεκημένος λίθος (ΑΜ 3) που τοποθετήθηκε πάνω από το ανατολικό όριο της ελλειψοειδούς κατασκευής και σε απόσταση 0. 15 μ από τον τοίχο του υδραγωγείου, κατά πάσα πιθανότητα συνδέεται με κάποια δραστηριότητα που προκάλεσε αυτές τις αυξημένες ποσότητες άνθρακα. Το στάδιο μελέτης στο οποίο βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή δεν μας επιτρέπει να προβούμε σε περαιτέρω ανάλυση ή ερμηνεία του φαινομένου αυτού.
Η παρουσία του στρώματος άνθρακα συνδέεται και με το «σωρό» των θραυσμένων αγγείων διύλισης ζάχαρης, που βρέθηκε μέσα και πάνω από το προαναφερθέν στρώμα. Στο «σωρό» αυτό βρέθηκαν πολλά σπασμένα αγγεία, κάποια σχεδόν ολόκληρα, κωνικά αγγεία καθώς και αγγεία με επίπεδη βάση διαφόρων μεγεθών. Η σωρεία αγγείων είχε δημιουργήσει μια υψομετρική διαφορά στο κέντρο και πάνω από την ελλειψοειδή κατασκευή της τάξης των 0.35-0.40μ.
Αξίζει να σημειωθεί ότι στην περιοχή γύρω από τη σωρεία των θραυσμάτων κεραμικής, δηλαδή πάνω από την περιφέρεια της λιθόκτιστης κατασκευής και εκτός αυτής συναντήσαμε «σύγχρονα» μπάζα της περιόδου της αγγλοκρατίας. Στην ίδια περίοδο πρέπει να τοποθετήσουμε και την υφιστάμενη πέτρινη λεκάνη, που όπως φαίνεται επικάθεται πάνω σε στρώματα αγγλοκρατίας και πάνω από τον «σωρό» θραυσμάτων κεραμικής.
Κατά τη φετινή ανασκαφική έρευνα αποφασίστηκε και το γκρέμισμα του νεότερου μικρού τοίχου που σχηματίζει Π πάνω από τον μεγάλο λαξευμένο στο βράχο αύλακα στα δυτικά του δωματίου του μύλου και στα ανατολικά της κυκλικής εγκοπής στο φυσικό βράχο διαμέτρου 4.20μ. που διερευνήθηκε κατά την ανασκαφική περίοδο του 2006. Η σχέση της μεγάλης κυκλικής εγκοπής με την υπόγεια αίθουσα της «φτερωτής» του μύλου είναι άμεση, αφού ακριβώς κάτω από τον τοίχο που αφαιρέθηκε, στα ανατολικά όρια της κυκλικής εγκοπής, φάνηκε το άνοιγμα προς τον μεγάλο λαξευμένο αύλακα που οδηγεί στην υπόγεια αίθουσα. Κατά την αφαίρεση του νεότερου αυτού τοιχίου, ήρθε στο φως μια πήλινη πίπα καπνίσματος της Οθωμανικής εποχής.
Τα κινητά ευρήματα περιλάμβαναν εκτός από τα θραύσματα των χαρακτηριστικών αγγείων για τη διύλιση της ζάχαρης, δύο σχεδόν άθικτα αγγεία (ένα με επίπεδη βάση και ένα κωνικό), την πήλινη οθωμανική πίπα καπνίσματος, που ήδη αναφέρθηκε, και ένα μικρό μεταλλικό αντικείμενο με διακοσμητικό πλοχμό, ίσως από λαβή.
Κολόσσι
3. Λόφος Αγίου Γεωργίου- ΠΑ.ΣΥ.Δ.Υ, Λευκωσία
(υπεύθυνη ανασκαφής: Δρ. Δ. Πηλείδου)
Ολοκληρώθηκε στο Λόφο του Αγίου Γεωργίου (ΠΑ.ΣΥ.Δ.Υ), τον προβλεπόμενο χώρο ανέγερσης του νέου κτηρίου της Βουλής των Αντιπροσώπων, η 14η ανασκαφική περίοδος η οποία ξεκίνησε στις 22 Μαϊου και διήρκησε μέχρι τις 7 Ιουλίου.
Εκτός από μια αποσπασματικά διατηρημένη λίθινη κατασκευή η οποία πιθανόν χρονολογείται στην Ύστερη Χαλκολιθική περίοδο και που βρέθηκε στη νοτιοδυτική πλαγιά του λόφου, όπου διατηρούνται τα βαθύτερα στρώματα, ο χώρος καταλαμβάνεται από έναν εκτεταμένο οικισμό που χρονολογείται στην Ελληνιστική περίοδο. Ο οικισμός είναι οργανωμένος βάσει παράλληλων δρόμων οι οποίοι έχουν κατεύθυνση Ανατολή - Δύση σε ίσες αποστάσεις μεταξύ τους, και έναν πλατύ κεντρικό δρόμο με κατεύθυνση Βορρά - Νότο που διαπερνά ολόκληρο τον οικισμό. Μεταξύ των δρόμων έχουν αποκαλυφθεί κτήρια που αποτελούνται από ορθογώνια δωμάτια ποικίλων διαστάσεων. Τα κτήρια αυτά συνδέονται με άφθονο υλικό το οποίο υποδηλώνει ότι στους χώρους αυτούς διεξάγονταν εργαστηριακές δραστηριότητες. Συγκεκριμένα, στον οικισμό υπήρχαν εργαστήρια κατασκευής πήλινων, λίθινων και μεταλικών αντικειμένων ενώ η υφαντουργία αποτελούσε βασική δραστηριότητα των κατοίκων. Αποκαλύφθηκαν επίσης και αρχαιότερα κατάλοιπα που χρονολογούνται στην αρχαϊκή και την κλασική περίοδο. Οι αρχιτεκτονικές φάσεις των περιόδων αυτών δεν έχουν σωθεί, με εξαίρεση τους χώρους που καταλαμβάνουν τις παρυφές του λόφου. Η απουσία των στοιχείων αυτών οφείλεται τόσο στην γεωμορφολογία του χώρου όσο και στην έντονη οικοδομική δραστηριότητα κατά την ελληνιστική περίοδο. Ο λατρευτικός χαρακτήρας των ευρημάτων των παραπάνω περιόδων είναι έντονος και υποδηλώνει την ύπαρξη ιερού, για το οποίο κατασκευάζονταν τα περισσότερα προϊόντα των εργαστηρίων που προαναφέρθηκαν. Στο βόρειο τμήμα του λόφου η αποκάλυψη αριθμού καμινιών δείχνει τη συνέχιση των βιοτεχνικών δραστηριοτήτων στα χριστιανικά χρόνια, με κάποιο κενό πιθανόν από τον 1ο αι. π.Χ μέχρι τον 4ο αι. μ.Χ. Επιπλέον, η αποκάλυψη διαδοχικών φάσεων εκκλησιών επεκτείνει τη χρήση του χώρου μέχρι και την ενετική περίοδο.
Λόφος Αγίου Γεωργίου (ΠΑ.ΣΥ.Δ.Υ), Λευκωσία
4. Καταλύμματα των Πλακωτών (2009)
(Υπεύθυνη ανασκαφής: Δρ. Ε. Προκοπίου)
Το Υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων, Τμήμα Αρχαιοτήτων ανακοινώνει τη λήξη της τρίτης περιόδου (12.10-20.11.2009) συστηματικών ανασκαφών, την οποίαν διεξάγει στη θέση Καταλύμματα των Πλακωτών της Χερσονήσου του Ακρωτηρίου των Γάτων, υπό τη διεύθυνση της δρος Ελένης Προκοπίου, Αρχαιολογικής Λειτουργού Α΄. Την έρευνα υποστηρίζουν το Κοινοτικό Συμβούλιο Ακρωτηρίου και η Υπηρεσία Περιβάλλοντος των Βρεττανικών Βάσεων. Σε αυτήν συμμετέχουν, εκτός από την τεχνικό σχεδιάστρια του Τμήματος Αρχαιοτήτων Λευκωσίας κ. Μ. Τσιάμπερλαιν, τα μέλη του συνεργείου συντήρησης ψηφιδωτών της Επαρχίας Λεμεσού, υπό την εποπτεία του κ. Ελ. Χαραλάμπους (Χρ. Ορφανού, Μ. Τριανταφυλλίδου και Π. Παναγή).
Η ανασκαφή αυτή λειτουργεί παράλληλα και ως κέντρο αρχαιολογικής ειδίκευσης και ανταλλαγής εμπειριών και δεξιοτήτων για πτυχιούχους, στα πλαίσια του Eυρωπαϊκού προγράμματος Leonardo da Vinci, GrEASE (Graduate European Archaeological Skills Exchange). Στην ομάδα αυτήν συμμετείχαν μεταπτυχιακοί φοιτητές Βρεττανικών Πανεπιστημίων (οι κ.κ. Leslie McEwan, Thomas Stewart, David Walsh, Fay Nash, Lucy Asworth, Kathryn Heaton, Joanne Kirton και Alexander Matsangou). Συνεργάστηκαν επίσης οι Κύπριες φοιτήτριες υποψήφιες διδακτορικών οι κ.κ. Ντόρια Νικολάου, Ράνια Μιχαήλ και Πωλίνα Χριστοφή.
Ολοκληρώθηκε κατά τη φετεινή χρονιά η αποκάλυψη του συνόλου του δυτικού χώρου, κατά πάσαν πιθανότατα του νάρθηκα ενός πολύ σημαντικού εκκλησιαστικού οικοδομήματος του τέλους του 6ου ή των αρχών του 7ου αιώνα μ.Χ., που είχε αρχίσει να ανασκάπτεται το 2007. Ο νάρθηκας αυτός έχει συνολικό μήκος 14.00 μέτρων (στον άξονα Ανατολής-Δύσης) και πλάτος 36.00 μέτρων (στον άξονα Βορρά-Νότου). Αποτελείται από έναν κεντρικό υπερυψωμένο χώρο, που απολήγει στα δυτικά σε αψίδα και από τον οποίον γεννώνται στα ανατολικά οι στυλοβάτες των κλιτών του κυρίως ναού, που αναπτύσσεται στα ανατολικά και δεν έχει ακόμα διερευνηθεί. Έχει διαπιστωθεί ότι ο χώρος αυτός ήταν συνδεδεμένος, πιθανότατα με τον άμβωνα και το Ιερό Βήμα στα ανατολικά με στενό διάδρομο (σολέα), ο οποίος βρισκόταν στον άξονα του κεντρικού κλίτους.
Όλη η διάταξη του υπερυψωμένου αυτού χώρου επιτρέπει την ταύτισή του με το μυτατώριον, δηλαδή τον χώρο εκείνον, στον οποίον στεκόταν και κινείτο ο κλήρος κατά τις στάσεις εκείνες της Θείας Λειτουργίας, οι οποίες τελούντο την εποχή εκείνη στον νάρθηκα. Βόρεια και νότια του μυτατωρίου αναπτύσσονται δύο εγκάρσια σκέλη, μήκους 14.00 μέτρων (στον άξονα Βορρά-Νότου), με κιονοστοιχίες στο εσωτερικό σε σχήμα Π. Οι πλευρές των σκελών αυτών, δυτικά, βόρεια και νότια, έφεραν μικρές ταφικές αψίδες διαμέτρου 2.25 μ. Στη νότια αψίδα αποκαλύφθηκε φέτος στη θέση της μία λάρνακα με αδιατάρακτη ταφή γέροντος, το κάλυπτρο της οποίας έφερε στο κέντρο λαξευτό σταυρό με μία οπή προσφορών στη διασταύρωση των κεραιών του. Η ταφή αυτή περιείχε δύο χάλκινες περόνες από την ένδυση του κεκοιμημένου, πέντε νομίσματα και χάνδρες από οργανικό υλικό, πιθανότατα από κομποσχοίνι. Στην ανατολική πλευρά του ιδίου σκέλους βρέθηκε αντί αψίδας μικρή κόγχη ορθογωνικής κάτοψης, μέσα στην οποίαν ήταν κατά πάσαν πιθανότητα τοποθετημένη μικρή μαρμάρινη λειψανοθήκη, το σαρκοφαγόσχημο κάλυπτρο της οποίας είχε εντοπιστεί πλησίον αυτής κατά την διάρκεια της περυσινής ανασκαφής του 2008.
Η ανωδομή, τόσο του κεντρικού κλίτους, όσο και του περιδρόμου των δύο σκελών έχει αποδειχθεί ότι ήταν καμαροσκεπής. Η κεντρική καμάρα υποστηριζόταν από τρία σφενδόνια (ενισχυτικά τόξα). Το σύνολο του ανεσκαμμένου χώρου έχει διακοσμηθεί με ψηφιδωτά δάπεδα, σε 26 ξεχωριστούς τάπητες με 24 διαφορετικά μοτίβα γεωμετρικών κυρίως συνθέσεων. Σε έναν μόνο, ο οποίος βρίσκεται στον υπερυψωμένο κεντρικό χώρο και μπροστά από την κεντρική δυτική αψίδα, διασώζεται τμήμα από παράσταση δύο ελαφιών εκατέρωθεν αγγείου, με πλούσια αναφυόμενη κληματίδα, σύμβολο του Χριστού. Στις γεωμετρικές αυτές συνθέσεις κυρίαρχη θέση κατέχει ο σταυρός και τα σύμβολα της Βασιλείας του Σολομώντος (κόμβοι Σολομώντος, ασπίδα Δαυϊδ). Το οικοδόμημα καταστράφηκε από ισχυρή σεισμική δόνηση μέσα στον 7ο αιώνα.
Τα κινητά ευρήματα από τα στρώματα καταστροφής μαρτυρούν την πολυτέλεια του οικοδομήματος. Σε αυτά συγκαταλέγονται, όπως και στην περυσινή ανασκαφή πάμπολλα θραύσματα μαρμάρινων αρχιτεκτονικών μελών και ορθομαρμαρώσεων από μάρμαρα της Προκοννήσου, μικρές κρούστες από συνθέσεις εντοίχειου μαρμαροθετήματος και πολλές μικρές διάσπαρτες ψηφίδες από εντοίχεια ψηφιδωτή διακόσμηση, κυρίως γυάλινες επιχρυσωμένες και μη, καθώς και πολύτιμες ψηφίδες από κογχύλια μαργαριταριών. Βρέθηκαν επίσης χάλκινοι σύνδεσμοι για τις ορθομαρμαρώσεις, σιδερένια καρφιά, θραύσματα από μαρμάρινες τράπεζες προσφορών, υαλοπίνακες φωτιστικών διαφραγμάτων, και πολλά θραύσματα από γυάλινες καντήλες κυρίως μπροστά από τις ταφικές αψίδες και την κόγχη με τη λειψανοθήκη.
Είναι σαφές από τα πιο πάνω ότι το οικοδόμημα αυτό είχε σχεδιασθεί και εκτελεστεί με πολύ μεγάλη επιμέλεια από επισκόπους με μεγάλη εμβρίθεια στα τελούμενα της Θείας Λειτουργίας, και εκλεκτά συνεργεία της νήσου ή της αυτοκρατορίας, για να τιμηθούν κεκοιμημένοι και λείψανα αγίων, η μνήμη των οποίων για άγνωστους ακόμα λόγους δεν διατηρήθηκε στην παράδοση της περιοχής.
Καταλύμματα των Πλακωτών: Γενική εικόνα από ανατολικά
5. Παλαιό Δημαρχείο, εντός των τειχών Λευκωσία
(υπεύθυνος ανασκαφής: Γ. Βιολάρης)
Οι ανασκαφές στο χώρο του Παλαιού Δημαρχείου στη Λευκωσία άρχισαν τον Ιούνιο του 2002 και ολοκληρώθηκαν στα τέλη του 2006. Πρόκειται για ένα μεγάλο ανασκαφικό χώρο στο κέντρο της εντός των τειχών πόλης, ο οποίος μας δίνει πολλά στοιχεία για την ιστορία της πρωτεύουσας από τον 11ο αιώνα μ.Χ. μέχρι το 19ο, με άλλα λόγια από τη μέση βυζαντινή περίοδο μέχρι και την αγγλοκρατία. Συγκεκριμένα, έχει αποκαλυφθεί ένα μεγάλο μέρος της βυζαντινής και μεσαιωνικής πόλης που περιλαμβάνει δύο εκκλησίες, κατάλοιπα μνημειακών κτηρίων, εργαστηριακούς χώρους, δρόμους, πηγάδια, κ.ά. Υπάρχουν επίσης στοιχεία για ανθρώπινη δραστηριότητα στο χώρο γύρω στα τέλη της Μέσης Εποχής του Χαλκού.
Οι πλούτος των κινητών ευρημάτων, κυρίως της βυζαντινής και μεσαιωνικής περιόδου, αλλά και της τουρκοκρατίας, μας δίνει μια αρκετά σαφή εικόνα της καθημερινής ζωής στην πρωτεύουσα, αλλά και των εμπορικών επαφών της Λευκωσίας με άλλα μέρη, εντός και εκτός Κύπρου.
Ανασκαφές στο χώρο του Παλαιού Δημαρχείου,
εντός των τειχών Λευκωσία
6. Ερήμη Πιθάρκα (2008)
(Υπεύθυνη ανασκαφής: Δρ. Ε. Προκοπίου)
Το Υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων ανακοινώνει τη συμπλήρωση της ανασκαφής στο Σπήλαιο Ι, στην περιοχή Ερήμη – Πιθάρκα, η οποία πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια του διασυνοριακού προγράμματος (Interreg IIIA) Ελληνοκαμάρα Κάσου – Ερήμη Πιθάρκα. Η ανασκαφή διενεργήθηκε από την 10η. 12.2007 μέχρι την 25η.01.2008 και μεταξύ 20ης και 21ης.04.2008. Το έργο συγχρηματοδοτείται από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης και το Τμήμα Αρχαιοτήτων, με συνολικό ποσό ύψους € 225.000. Εκτός από τις ανασκαφές, συμπεριλαμβάνει μελέτη και εφαρμογή έργων στερέωσης, προστασίας, διαμόρφωσης και ανάδειξης. Η ανασκαφή διεξήχθη από την έκτακτη αρχαιολόγο Δρ. Ανθή Καλδέλη, υπό την εποπτεία της υπευθύνου του Έργου Ανώτερης Αρχαιολογικής Λειτουργού Δρ. Ελένης Προκοπίου. Το σπήλαιο, μετά τη λήξη της ανασκαφής, αποτυπώθηκε από τους σχεδιαστές κ. Κώστα Τσαγγάρη και κ. Πανίκο Κάκκουρα.
Κατά τη διάρκεια των πιο πάνω ερευνών ολοκληρώθηκε η ανασκαφή όλων των θαλάμων του σπηλαίου. Δόθηκε ιδιαίτερη σημασία στη στρωματογραφία, για την περισυλλογή χρονολογικών στοιχείων για τις φάσεις χρήσης του σπηλαίου. Αποκαλύφθηκαν εντός των θαλάμων επιπλέον κατασκευές, όπως κτιστά έδρανα, δύο εστίες, κτιστή κατασκευή ημικυκλικού σχήματος και καμπύλος κτιστός τοίχος, ο οποίος ορίζει κτιστό προθάλαμο. Επιπλέον, ανευρέθηκαν λίθοι στερεωμένοι με χωματολάσπη, οι οποίοι πιθανότατα αποτελούσαν κυκλικές βάσεις, καθώς επίσης στρώσεις λίθων, οι οποίοι πιθανώς σχετίζονται με την εκτέλεση κάποιας εργασίας. Σε ορισμένα σημεία τα πατώματα είναι επιχρισμένα με χωματολάσπη, ή αποτελούνται από στρώσεις λίθων. Τη σημαντικότερη ανακάλυψη, όμως, αποτελεί μια ωοειδής κατασκευή, στο εσωτερικό της οποίας ανευρέθηκαν ίχνη καύσης και στο βάθος οπές εξαερισμού. Τα συγκεκριμένα στοιχεία υποδηλώνουν την ανεύρεση μίας βάσης, πιθανότατα κλιβάνου κεραμικής. Έντονα και εκτενή ίχνη καύσης παρουσιάζονται σε διάφορα σημεία του σπηλαίου.
Μέρος των κινητών ευρημάτων αποτελείται από διακοσμημένη κεραμική της Ύστερης Εποχής του Χαλκού και λίθινα εργαλεία. Η ανεύρεση, όμως, μεγάλου αριθμού οστράκων από πίθους και αποθηκευτικά αγγεία, καθώς επίσης ψημένου πηλού και τεμαχίων πίθων, έχουν ενισχύσει τις σοβαρές υπόνοιες ότι το εσωτερικό του σπηλαίου ενδέχεται να λειτουργούσε ως εργαστήριο παραγωγής πίθων. Το ενδεχόμενο αυτό προσδίδει στο σπήλαιο ιδιαίτερη αξία και σημασία, καθώς οι κυπριακοί πίθοι έχουν ευρύτατη διάδοση στο μυκηναϊκό κόσμο, κυρίως ως δοχεία μεταφοράς υποπροϊόντων κεραμικής. Τα κέντρα παραγωγής είναι μέχρι στιγμής άγνωστα, παρά το ότι έχουν διακριβωθεί πιθανοί χώροι προέλευσης. Το ενδεχόμενο αυτό εάν επιβεβαιωθεί από τις αρχαιομετρικές έρευνες θα αποτελέσει μία ακόμα επισήμανση της ιστορικής αξίας των τοπωνυμίων αφού η περιοχή φέρει το όνομα Πιθάρκα.
...............................................................................................................................................................................
................................................................................................................................................................................
................................................................................................................................................................................
ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ: ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ
1. Γεροσκήπου, «Άγιοι Πέντε»
(υπεύθυνος ανασκαφής: Δρ. Δ. Μιχαηλίδης)
Τον Νοέμβριο του 2002, χωματουργικές εργασίες στην τοποθεσία «Άγιοι Πέντε», βόρεια της Γεροσκήπου, έφεραν στο φως σημαντικά πρωτοχριστιανικά κατάλοιπα. Το καλοκαίρι του 2003, μετά από σύντομες σωστικές εργασίες από το Τμήμα Αρχαιοτήτων, και κατόπιν προσκλήσεως του ιδίου Τμήματος και του Δήμου Γεροσκήπου, το Πανεπιστήμιο Κύπρου ανέλαβε την ανασκαφή και δημοσίευση του χώρου, Δυστυχώς, η βασιλική που δέσποζε της περιοχής καταστράφηκε σχεδόν ολοσχερώς κατά τις πρόσφατες εργασίες, αλλά η ποικιλία και η ποιότητα των εισηγμένων μαρμάρων (κολόνες, τράπεζες προσφορών) και τα σπαράγματα της εντοίχιας διακόσμησής (επιπεδόγλυφα, ψηφιδωτά, τοιχογραφίες) προδίδουν ένα εξαιρετικά πλούσιο κτίριο. Σώθηκε επίσης μέρος κοιμητηριακού συμπλέγματος που βρισκόταν σε άμεση σχέση με τη βασιλική, με μεγαλοπρεπείς τάφους και μεγάλα οστεοφυλάκια, που, αν και είχαν συληθεί, έδωσαν πλούσιο υλικό: νομίσματα, ορειχάλκινα και οστέϊνα εξαρτήματα, χρυσά κοσμήματα κ.ά. Δύο ακέραια ψηφιδωτά και εκατοντάδες κομμάτια άλλων δείχνουν ότι μερικές τουλάχιστον από τις ταφές καλύπτονταν απο ψηφιδωτά δάπεδα, κάτι που παρατηρείται για πρώτη φορά στην Κύπρο. Η κύρια περίοδος χρήσης του χώρου χρονολογείται μεταξύ του 5ου και του 7ου αιώνα μ.Χ.
Γεροσκήπου, «Άγιοι Πέντε»: Ανασκαφές
2. Ανασκαφικό πρόγραμμα του Πανεπιστημίου Κύπρου στην Παλαίπαφο:
Η αστική τοπογραφία της αρχαίας Πάφου (2006-2010)
(υπεύθυνη έρευνας: Δρ. Μ. Ιακώβου)
Το Υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων, Τμήμα Αρχαιοτήτων, ανακοινώνει τη συμπλήρωση των φετινών ανασκαφών που διεξάγει η Ερευνητική Μονάδα Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου στα Κούκλια Παλαιπάφου υπό τη διεύθυνση της καθηγήτριας Μαρίας Ιακώβου.
Πρωταρχικός στόχος του μακροπρόθεσμου ερευνητικού προγράμματος Παλαιπάφου, που εγκαινιάστηκε το 2006, είναι η αναζήτηση και ανασύνθεση της δομής του αστικού περιβάλλοντος της αρχαίας πολιτείας, η οποία κατά τη 2η και 1η χιλιετία π.Χ. εκτεινόταν γύρω από το ιερό της Πάφιας Αφροδίτης. Σκόρπια αρχαιολογικά τεκμήρια εκτείνονται σε μια ακτίνα δυο χιλιομέτρων γύρω από το ιερό της Αφροδίτης και επιζητούν ένα συνολικό πρόγραμμα προστασίας και ανάδειξης. Για αυτούς τους λόγους, το πρόγραμμα πεδίου της Παλαιπάφου σχεδιάστηκε εκ των προτέρων σε μια ψηφιακή πλατφόρμα Γεωγραφικών Συστημάτων Πληροφοριών, η οποία εμπλουτίζεται και αναβαθμίζεται συνεχώς με νέα δεδομένα, και αποτελεί ένα σύγχρονο εργαλείο διαχείρισης του αρχαιο-περιβάλλοντος.
Από τα μέσα περίπου της 2ης χιλιετηρίδας π.Χ μέχρι τα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ, η περιοχή της Πάφου υπήρξε μια ανεξάρτητη πολιτικό-οικονομική οντότητα στην Κύπρο. Η αρχαία Πάφος (σήμερα γνωστή ως Κούκλια-Παλαίπαφος) ιδρύθηκε ως λιμάνι στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού (μέσα της 2ης χιλιετίας π.Χ.), και εξελίχθηκε γρήγορα (από τον 13ο αι. π.Χ.) σε οικονομική και πολιτική πρωτεύουσα του ανεξάρτητου βασιλείου της Πάφου ενώ στις αρχές του 12ου αιώνα π.Χ. διέθετε κεντρική διοικητική εξουσία που ήταν υπεύθυνη για το δύσκολο έργο ανέγερσης ενός μνημειακού ιερού τεμένους. Ο ρόλος του τεμένους ήταν σημαντικός και δεν περιοριζόταν εντός του ιερού χώρου αφού προστάτευε τα κοιτάσματα χαλκού και ήλεγχε το λιμάνι και τις εξαγωγές. Υπήρξε δηλαδή ο πυρήνας της οικονομικής και πολιτικής ζωής στο βασίλειο της Πάφου χίλια χρόνια πριν από την κατάλυση των κυπριακών βασιλείων από το Πτολεμαίο Α΄ (300 π.Χ.).
Οι συστηματικές έρευνες από το 2006 μέχρι το 2010 (γεωφυσικές επισκοπήσεις και ακολούθως ανασκαφικές έρευνες) του Πανεπιστημίου Κύπρου, που μέχρι στιγμής έχουν επικεντρωθεί στους λόφους Μαρτσέλλο και Χατζηαπτουλλά - βρίσκονται ο ένας Βορειοανατολικά και ο άλλος Ανατολικά του μνημειακού τεμένους της Κύπριδας - ανέδειξαν την έκταση και την πολυπλοκότητα των αμυντικών μνημείων που είχε αναγείρει η δυναστεία της Πάφου - βασιλείς και συνάμα αρχιερείς της Παφίας θεάς - στην Εποχή του Σιδήρου. Εικάζεται ότι στα Αρχαϊκά χρόνια, το ψηλότερο οροπέδιο του λόφου Μαρτσέλλος λειτούργησε ως η πρώτη τειχισμένη ακρόπολη του βασιλείου. Μετά την καταστροφή που δέχτηκε στις αρχές του 5ου αι. π.Χ. (πιθανόν στα πλαίσια της Ιωνικής επανάστασης), το διοικητικό κέντρο πρέπει να μεταφέρθηκε στο ψηλότερο οροπέδιο του Χατζηαπτουλλά, όπου ένα μνημειακό ανακτορικό οικοδόμημα περικλείεται από ισχυρό τείχος που, μέχρι στιγμής, εντοπίζεται στα βόρεια και ανατολικά.
Η αποστολή του 2010 συνέχισε την έρευνα στον Χατζηαπτουλλά αλλά επίσης διενήργησε για πρώτη φορά έρευνα στο δυτικό τμήμα της περιοχής Αρκάλου, η οποία βρίσκεται ανάμεσα στο ιερό και στον Χατζηαπτουλλά. Στην περιοχή αυτή είχε διενεργηθεί γεωφυσική έρευνα το 2007 με θετικά αποτελέσματα. Στο ανατολικό τμήμα της Αρκάλου βρίσκεται η κλιτής με τον κτιστό τάφο, τον γνωστό ως «Σπήλαιο της Ρήγαινας». Όμως, παρά την εξαιρετικά προνομιακή της θέση (νότια της Ευρετής, βόρεια της περιοχής Τερατσούδια και δυτικά του Χατζηαπτουλλά), η δυτική Αρκάλου δεν φαίνεται να απετέλεσε τμήμα του αστικού ιστού της πρωτεύουσας. Τα μεγάλα σύνολα οστράκων που προήλθαν από τις δοκιμαστικές τομές, οι οποίες έφτασαν μέχρι και τον φυσικό βράχο, δεν καταδεικνύουν χρήση της περιοχής κατά την Εποχή του Χαλκού, αλλά ούτε και πριν από τον 4ο αι. π.Χ. Τα φτωχά οικιστικά κατάλοιπα που εντοπίστηκαν (επαναχρησιμοποιημένο οικοδομικό υλικό και ερυθρή ώχρα πάνω στο πεσμένο επίχρισμα των τοίχων) πρέπει να ανήκουν στην ύστερη Κλασική ή και την Ελληνιστική περίοδο. Είναι πιθανόν ότι η περιοχή Αρκάλου (δυτική) να μην είχε κατοικηθεί πριν από τον 4ο αιώνα π.Χ. Κατά την περίοδο αυτή, η βασιλική διοίκηση, υπό το Νικοκλή, θα άρχιζε τη μεταφορά της κοντά στο νέο λιμάνι που διέθετε η Νέα Πάφος. Κατά την Ελληνιστική και Ρωμαϊκή περίοδο, η έδρα των βασιλέων της Πάφου μετατράπηκε σε χώρο προσκυνήματος, ο αστικός ιστός άλλαξε δραματικά και άρχισε να αποκαλείται Παλαίπαφος.
Στον Χατζηαπτουλλά οι ανασκαφές συνεχίστηκαν προς τη βορειοδυτική κξαι ανατολική τομή του τείχους. Το πιο σημαντικό αποτέλεσμα των δύο περιόδων ανασκαφής στο ιδιαίτερα καλά οχυρωμένο αυτό οροπέδιο, από το οποίο η θέα προς την ακτή και το ιερό είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακή, είναι το γεγονός ότι ο χώρος αυτός αποτελούσε σημαντικό οικιστικό θύλακα της αρχαίας Πάφου κατά τον 13ο και 12ο αι. π.Χ. Είναι η πρώτη φορά που εντοπίζεται οικισμός της ύστερης Εποχής του Χαλκού πάνω στον Χατζηαπτουλλά. Ανάμεσα στις μεγάλες ποσότητες διαγνωστικών κεραμικών οστράκων βρέθηκαν και τα εξής: μια κατακόρυφη λαβή που διατηρεί σφραγίδα, ένα μεγάλο αριθμό γραπτών ακόμη και εικονιστικών οστράκων της Ύστερης Εποχής του Χαλκού, αλλά και άγραφων (από λουτήρες και αποθηκευτικά αγγεία).
Τα νέα στοιχεία που προκύπτουν από τις έρευνες του ερευνητικού προγράμματος Παλαιπάφου υποδηλώνουν ότι τα διάφορα τμήματα της αρχαίας πόλης (π.χ. οικιστικά, διοικητικά, βιοτεχνικά κ.ά) δεν είναι δυνατόν να είχαν αναπτυχθεί εντός μιας ενιαίας εντοιχισμένης περιοχής (intra muros). Είναι πιο πιθανόν οι εδικής χρήσεως χώροι, μεταξύ των οποίων ο ιερός χώρος του ναού, να καταλάμβαναν ξεχωριστά τμήματα των αναβαθμίδων του οροπεδίου (Μαρτσέλλο, Μάντισσα, Ευρετή, Χατζηαπτουλλά και Αλώνια), τα οποία χωρίζονται μεταξύ τους με στενές κοιλάδες και ρεματιές.
Στην ανασκαφική έρευνα του 2010 συμμετείχαν εθελοντικά 28 κύπριοι φοιτητές, οι πλείστοι για τρίτη συνεχή χρονιά. Από αυτούς, οι επτά είναι υποψήφιοι διδάκτορες αρχαιολογίας σε πανεπιστήμια της Γαλλίας, των ΗΠΑ, του Εδιμβούργου, της Κύπρου και της Οξφόρδης, και οι υπόλοιποι προπτυχιακοί φοιτητές του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου.
3. Ανασκαφές στο ναυάγιο του Μαζωτού, 2010
(Υπεύθυνοι έρευνας: Δρ. Στέλλα Δεμέστιχα & Καθ. Δημήτρης Μιχαηλίδης)
Το Υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων (Τμήμα Αρχαιοτήτων) ανακοινώνει την ολοκλήρωση της πρώτη ανασκαφικής περιόδου στο Ναυάγιο του Μαζωτού, στο πλαίσιο της έρευνας που πραγματοποιείται από την Ερευνητική Μονάδα Αρχαιολογίας (Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας) του Πανεπιστημίου Κύπρου σε συνεργασία με το Τμήμα Αρχαιοτήτων Κύπρου, υπό τη διεύθυνση της Δρος Στέλλας Δεμέστιχα και του καθηγητή Δημήτρη Μιχαηλίδη, Διευθυντή της Ερευνητικής Μονάδας Αρχαιολογίας.
Η έρευνα στο ναυάγιο του Μαζωτού σηματοδοτεί τη γένεση της ενάλιας αρχαιολογίας στην Κύπρο, αφού πρόκειται για την πρώτη υποβρύχια αρχαιολογική έρευνα που διενεργείται από αποκλειστικά κυπριακούς φορείς. Επιπλέον, η ανασκαφή ρίχνει φως σε σημαντικά ζητήματα όπως η ναυτική δραστηριότητα στην Κύπρο κατά την αρχαιότητα, το εμπόριο μεταξύ Αιγαίου και Κύπρου, τους τύπους και τα μεγέθη των εμπορικών πλοίων της περιόδου κ.ά.
Πρόκειται για ναυάγιο εμπορικού πλοίου των ύστερων κλασικών χρόνων (μέσα 4ου αι. π.Χ.), το οποίο εντοπίστηκε στη θαλάσσια περιοχή του σημερινού χωριού Μαζωτός, σε βάθος 45 μ. Το πλοίο μετέφερε αμφορείς κρασιού κυρίως από τη Χίο αλλά και από άλλα νησιά του Βορείου Αιγαίου. Οι προηγούμενες ερευνητικές αποστολές, οι οποίες ξεκίνησαν το Νοέμβριο του 2007, επικεντρώθηκαν στη φωτογραφική και σχεδιαστική τεκμηρίωση του χώρου. Κατά το 2009, σε συνεργασία με την ερευνητική ομάδα του Εργαστηρίου Θαλάσσιας Γεωλογίας και Φυσικής Ωκεανογραφίας του Πανεπιστημίου Πατρών, πραγματοποιήθηκε γεωφυσική διασκόπηση με τη χρήση πρωτονιακού μαγνητόμετρου (proton magnetometer) και τομογράφου υποδομής πυθμένα (sub-bottom profiler), προκειμένου να διερευνηθεί η έκταση των μη ορατών τμημάτων του ναυαγίου.
Κατά τη φετινή ερευνητική αποστολή (1 Μαΐου – 15 Ιουνίου 2010), η ανασκαφή επικεντρώθηκε στα νότια της θέσης, σε περιοχή που υποδείχθηκε από τις γεωφυσικές έρευνες. Πράγματι, εκτός από τους αμφορείς του φορτίου, αποκαλύφθηκαν δύο μολύβδινες ράβδοι με υπολείμματα ξύλου, οι οποίες αποτελούσαν τμήμα του στύπου μίας από τις άγκυρες του πλοίου. Το ιδιαίτερα σπάνιο αυτό εύρημα δίνει νέες διαστάσεις στην σημασία του ναυαγίου και ενισχύει τις πιθανότητες διατήρησης ξύλου από το σκαρί του πλοίου. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις συνθήκες ζωής των ναυτικών της αρχαιότητας παρουσιάζει το πλήθος ελαιοπυρήνων που βρέθηκαν κατά την ανασκαφή, αφού πρόκειται πιθανότατα για τις προμήθειες τροφής του πληρώματος.
Όλα τα ευρήματα, μεταφέρθηκαν στο Μουσείο της Λάρνακας όπου και θα πραγματοποιηθεί η συντήρησή τους από το Τμήμα Αρχαιοτήτων Κύπρου. Για την αποτύπωση της θέσης των ευρημάτων χρησιμοποιήθηκε φωτογραμμετρία, σε συνεργασία με το Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών και Μηχανικών Γεωπληροφορικής του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου (υπεύθυνος Δρ. Δημήτρης Σκαρλάτος).
Βασικός χορηγός της έρευνας είναι το Ίδρυμα ΘΕΤΙΣ. Ουσιαστική υπήρξε επίσης και η υποστήριξη του Υπουργείου Άμυνας, και ιδιαιτέρως της Διοίκησης Ναυτικού, η οποία παραχώρησε εξοπλισμό και μέσα για τη διεξαγωγή της ανασκαφής. Υποστήριξη στην έρευνα παρείχε επίσης και η Ελληνική Δύναμη Κύπρου (ΕΛΔΥΚ), προσφέροντας το συγκρότημα του Κέντρου Αναψυχής Οικογενειών Αξιωματικών ΕΛΔΥΚ στον Άγιο Θεόδωρο, για τη διαμονή της ερευνητικής ομάδας. Τέλος, καθοριστικής σημασίας για την επιτυχή πραγματοποίηση της έρευνας υπήρξαν οι χορηγίες του Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού, της εταιρίας Ναυτίλος Trading και Linde Hadjikyriakos, του Χρίστου Μουσκή και του ξενοδοχείου Aldiana, του Κοινοτικού Συμβουλίου Μαζωτού, της Κυπριακής Ομοσπονδίας Ναυαγοσωστικής και του Ομίλου Ιππόκαμπος Λάρνακας. Στην έρευνα επίσης συμμετείχαν εθελοντικά πολλοί αρχαιολόγοι και δύτες από την Κύπρο και το εξωτερικό.
ΞΕΝΕΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΠΟΣΤΟΛΕΣ: ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝΤΑ
1. Ανασκαφή στη Γερόνησο – Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, 2010
Το Τμήμα Αρχαιοτήτων, ανακοινώνει τη λήξη της φετινής ανασκαφικής περιόδου του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης στη Γερόνησο (το μικρό νησί απέναντι από την ακτή του Άγιου Γεωργίου Πέγειας στην επαρχία Πάφου), κάτω από την διεύθυνση της Καθ. Joan Breton Connelly.
Τα δεκαεννέα μέλη της αρχαιολογικής αποστολής ξεκίνησαν τις εργασίες τους στις 16 Μαΐου και διερεύνησαν τρεις βασικές περιοχές στο νησί: το Ελληνιστικό αρχιτεκτονικό σύμπλεγμα που σχετίζεται με την προετοιμασία και κατανάλωση τροφίμων και βρίσκεται στο νότιο-κεντρικό τμήμα του νησιού, την κυκλική κατασκευή στα βόρεια που έχει προκαταρκτικά ερμηνευθεί ως Ελληνιστική εξέδρα χορού, και τις τρεις Βυζαντινές κυκλικές οικίες που βρίσκονται στο κέντρο του νησιού. Το υλικό που βρέθηκε στις ανασκαφικές τομές συμβάλλει σημαντικά στην πληρέστερη κατανόηση των τριών ξεχωριστών φάσεων χρήσης του χώρου: την πρώιμη Χαλκολιθική εποχή (3800 π.Χ.), την Ελληνιστική (1ος αιώνας π.Χ.) και τη Βυζαντινή περίοδο (6ος και 13ος αιώνας μ.Χ.).
Στο χώρο βρέθηκε μια πολύ καλά διατηρημένη λίθινη σμίλη (εργαλείο) της Χαλκολιθικής περιόδου η οποία προστέθηκε στην γκάμα των εντυπωσιακών λίθινων εργαλείων που έχουν βρεθεί στη Γερόνησο μέχρι στιγμής. Το υλικό αυτό, μαζί με κεραμική που συλλέχθηκε σε άλλες ανασκαφικές περιόδους, ένα ειδώλιο και περίαπτα, υποδηλώνουν ότι η Χαλκολιθική κατοίκηση της Γερονήσου υπήρξε σημαντική.
Oι φετινές έρευνες εμπλούτισαν τις γνώσεις μας και για τα κτίρια της Ελληνιστικής περιόδου που κάποτε υπήρχαν στο νησί αυτό. Ανασκάφηκε ένα μεγάλο τμήμα λίθινου γείσου με οδοντωτή λαξευμένη κόσμηση. Το αρχιτεκτονικό αυτό μέλος αποτελεί ένδειξη για το μεγάλο μέγεθος και την αίγλη των κτιρίων του 1ου αιώνα π.Χ. στο νησί. Το εν λόγω αρχιτεκτονικό μέλος βρέθηκε πολύ κοντά στο σημείο όπου αποκαλύφθηκε, κατά την περσινή ανασκαφική περίοδο, ένα τμήμα λίθινης υδρορροής σε μορφή λεοντοκεφαλής. Τα δύο αυτά αντικείμενα μας βοηθούν να αντιληφθούμε πως θα ήταν η διακόσμηση και το μέγεθος του εντυπωσιακού προφανώς κτιρίου, το οποίο πιθανώς να κατέρρευσε στο σεισμό του 15 π.Χ. Κατά μήκος της νότιας πλευράς του νησιού αποκαλύφθηκαν εκτεταμένες περιοχές όπου είχαν αφαιρεθεί μεγάλες λαξευμένες πέτρες οι οποίες κάθονταν πάνω σε γύψινες επιφάνειες. Τα στοιχεία αυτά φανερώνουν το μέγεθος της σύλησης την οποία υπέστη το νησί, πιθανόν κατά τα πρώτα Βυζαντινά χρόνια. Η απομάκρυνση του λαξευμένου οικοδομικού υλικού πιθανόν να έγινε για να κτιστούν οι τρεις χριστιανικές βασιλικές στον Άγιο Γεώργιο, απέναντι από τη Γερόνησο, μεταξύ 6ου και 7ου αιώνα μ.Χ.
Ο αρχιτέκτονας Richard Anderson, με τη βοήθεια των φοιτητών Charles Bartlett (New York University) και Kathryn Minogue (Columbia University), συνέχισε τις εργασίες του για την ετοιμασία ενός νέου σχεδίου αποτύπωσης ολόκληρου του νησιού με τη χρήση total station laser θεοδόλιχου. Η συνεχιζόμενη διάβρωση των απότομων γκρεμών του νησιού καθιστούν την επισκόπηση και τη χαρτογράφηση της Γερόνησου επιτακτική. Ένας από τους πρώτιστους στόχους της αποστολής είναι η προετοιμασία ενός νέου και μελετημένου χάρτη που να περιλαμβάνει την τοπογραφία του νησιού μαζί με τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα.
Οι τομές που διανοίχθηκαν κοντά στις Βυζαντινές οικίες στο κέντρο του νησιού έφεραν στο φως σημαντικά ευρήματα. Βρέθηκε ένα μικρό χάλκινο εξάρτημα λαβής, με διακόσμηση που απεικονίζει το κεφάλι και τους ώμους ενός γενειοφόρου άνδρα. Το εξάρτημα αυτό ίσως να ανήκει σε Βυζαντινό αγγείο. Επίσης βρέθηκαν πολλά θραύσματα Μεσαιωνικής εφυαλωμένης κεραμικής (sgraffitto) με λευκή, πράσινη και κίτρινο-καφέ εφυάλωση. Τα θραύσματα αυτά αφού συγκολλήθηκαν σχημάτισαν ένα σχεδόν ακέραιο κύπελλο με ψηλή βάση. Το εύρημα αυτό, μαζί με δύο άλλα παρόμοια κύπελλα που βρέθηκαν κατά τις προηγούμενες ανασκαφικές περιόδους, αποτελούν σοβαρές ενδείξεις για την κατοίκηση της Γερόνησου κατά το 13ο αιών μ.Χ. Εξάλλου, χάρτες του 15ου αιώνα δείχνουν μια εκκλησία κτισμένη στο ανατολικό άκρο του νησιού.
Κατά την ανασκαφική αυτή περίοδο εργάστηκε ομάδα σημαντικών επιστημόνων, οι οποίοι ασχολήθηκαν με τη μελέτη των ευρημάτων για την τελική τους δημοσίευση. Η Δρ. Jolanta Mlynarczyk από το Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας συνέχισε τη μελέτη της πάνω στην Ελληνιστική κεραμική της Γερονήσου, ενώ ο Δρ. Mariusz Burdajewicz από το Μουσείο της Βασοβίας συνέχισε τη μελέτη των γυάλινων αντικειμένων και σχεδίασε κεραμική και αρχιτεκτονικά μέλη. Η Victoria Grinbaum (Incoming Fulbright Fellow στην Κύπρο) από το University College London και το Πανεπιστήμιο Βαρσοβίας συνέχισε τη μελέτη της πάνω στους αμφορείς από τη Γερόνησο. Ο Δρ. Paul Croft από το Lemba Archaeological Field Station μελέτησε τα ζωικά οστά από τη Γερόνησο και δίδαξε στο NYU Geronisos Field School. Η Καθ. Zoe Kontes από το Kenyon University έδωσε σεμινάρια στους φοιτητές που συμμετείχαν στο Field School.

2. Ανασκαφές στην Πόλη Χρυσοχούς- Πανεπιστήμιο Princeton
Το Τμήμα Αρχαιοτήτων ανακοινώνει τη λήξη της φετινής ανασκαφικής περιόδου του Πανεπιστημίου του Princeton στο χώρο των αρχαίων πόλεων του Μαρίου και της Αρσινόης, στην Πόλη της Χρυσοχούς,. Η ανασκαφή επικεντρώθηκε στο βορειότερο άκρο του χωριού στην περιοχή όπου υπήρχε παλαιότερα το σπίτι των ανασκαφών, το οποίο κατεδαφίστηκε το 2002. Η ανασκαφή εστιάστηκε σε ένα μεγάλο κτίριο περίπου 25 με 35 μέτρα, που κτίστηκε εν μέρει με μεγάλους ασβεστόλιθους, που εναλλάσσονται με τμήματα από πλίνθους. Μερικοί από τους ασβεστόλιθους αφαιρέθηκαν σε νεώτερες περιόδους, αλλά η νότια και δυτική πλευρά είναι σχεδόν ανέπαφες και οι τοίχοι σώζονται σε ύψος δύο με τρία μέτρα. Το κτίριο παρουσιάζει μερικά ασυνήθιστα χαρακτηριστικά: πρώτα η χρήση πλίνθινων τοίχων ανάμεσα σε τμήματα τοίχων από γωνιόλιθους, που μοιάζουν να είναι πεσσοί, καθώς και η χρήση πλίνθινων κάθετων τοίχων μεταξύ των πέτρινων «πεσσών» και σε μακρούς τοίχους από χαλίκια, οι οποίοι πλαισιώνουν τους πέτρινους πεσσούς στα ανατολικά και δυτικά. Δεύτερον, το κτίριο δεν έχει κανένα ορατό δάπεδο. Τρίτον, δεν περιέχει απολύτως κανένα κινητό εύρημα. Τέταρτον, τα ανώτερα στρώματα του κτιρίου γέμισαν με άμμο, που περιείχαν διακοσμημένη κυπριακή κεραμική του 4ου αιώνα π.Χ.
Πάνω από το αυτό το κτίριο κτίστηκε ένα άλλο ρωμαϊκό στον ύστερο 1ο αιώνα π.Χ., από το οποίο το καλύτερα διατηρημένο μέρος αποτελείται από μία μεγάλη περίστυλη αυλή στρωμένη με τσιμέντο. Αυτό το υλικό, που βρέθηκε θρυμματισμένο στα μεταγενέστερα στρώματα της Βυζαντινής περιόδου, υποδεικνύει ότι το τσιμέντο χρησιμοποιήθηκε ευρέως για την επίστρωση δαπέδων στα ρωμαϊκά κτίρια. Φαίνεται ότι πρόκειται για μία ιδιωτική ρωμαϊκή έπαυλη με εξαιρετική θέα προς τη θάλασσα.
Το κλασικό κτίριο, που ήταν κατασκευασμένο από γωνιόλιθους και πλίνθους, φαίνεται πως δεν συμπληρώθηκε ποτέ, εφόσον οι επαναχρησιμοποιημένοι τοίχοι δεν φέρουν ίχνη κονιάματος, που θα έκρυβε τα ευτελή υλικά που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή τους. Από τα μέχρι σήμερα αποκαλυφθέντα τμήματα του κτιρίου φαίνεται πως είχε συμμετρική κάτοψη με ένα προθάλαμο εισόδου στα νότια, μια μεγάλη κεντρική αυλή (δεν βρέθηκε κανένα στοιχείο στέγασης) με μικρά δωμάτια στα πλάγια, και πιθανόν ένα μακρύ, στενό δωμάτιο στα βόρεια. Το κτίριο υπερκαλύπτει μερικά μικρά οικοδομήματα του 6ου αι. π.Χ., τα οποία διατηρήθηκαν μόνο αποσπασματικά: τμήμα λεπτού τσιμεντένιου δαπέδου, μερικά τμήματα πλίνθινων τοίχων, και απομεινάρια ενός τοίχου κατασκευασμένου με χαλίκια. Αυτά τα στοιχεία δεν δίνουν καμία ένδειξη για την προοριζόμενη χρήση του μεταγενέστερου πέτρινου και πλίνθινου κτιρίου, παρόλο που μοιάζει πολύ με ιερό όμοιο με αυτό του ύστερου 5ου αι., το οποίο αποκαλύφθηκε στην περιοχή Α.Η9 και αναφέρεται στην Επιστημονική Επετηρίδα του Τμήματος Αρχαιοτήτων (RDAC) του 1988, αν και η κατεύθυνσή του είναι αντίστροφη. Χρειάζεται περισσότερη μελέτη πριν επιχειρήσουμε οποιοδήποτε συμπέρασμα εφόσον υπάρχουν αρκετές πιθανότητες ερμηνείας. Πιο κάτω παραθέτουμε την πιο πιθανή υποθετική εισήγηση που μπορεί να γίνει: το πέτρινο και πλίνθινο κτίριο ίσως να άρχισε να κτίζεται ακριβώς πριν την πολιορκία του Μαρίου το 312 π.Χ. από τον Πτολεμαίο Σωτήρα. Η επιχωμάτωση με άμμο ίσως να προστέθηκε για να ενσωματωθεί το κτίριο στο οχυρωματικό τείχος της πόλης, εφόσον δεν μπορεί να βρισκόταν μακριά από αυτό, το οποίο είχε οικοδομηθεί βιαστικά. Στοιχεία που αποδεικνύουν με βεβαιότητα την ύπαρξη του τείχους αποκαλύφθηκαν στην περιοχή Α.Η9, στα ανατολικά. Είναι ανώφελο σ’αυτό το στάδιο να γίνουν περισσότερες εικασίες.
Η προσωρινή στέγαση των εντυπωσιακών πλίνθινων τοίχων ελπίζουμε πως θα τους προστατεύσει για κάποιο χρονικό διάστημα. Διατηρούνται σε ύψος σχεδόν 3 μέτρων και μαζί με τους πέτρινους πεσσούς δημιουργούν το πιο εντυπωσιακό κλασσικό κτίριο στην περιοχή της Πόλης της Χρυσοχούς.
Η μόνη άλλη περιοχή που έχει ανασκαφεί αυτή την περίοδο βρίσκεται στο ανατολικότερο σημείο του αρχαίου χώρου, και συγκεκριμένα στο ανατολικότερο άκρο του υψιπέδου γνωστού στους ντόπιους ως Περιστεριές. Εδώ, η κάτοψη του κτιρίου που αναφέρεται ως το «Παλάτι» αποκαλύφθηκε κυρίως στο νότιο τμήμα του. Οι μαρτυρίες που μαζεύτηκαν σε προηγούμενες ανασκαφικές περιόδους, ότι δηλ. το κτίριο ακολούθησε πιστά τη γραμμή του ανατολικού άκρου του υψιπέδου, επιβεβαιώθηκαν εφόσον ο εξωτερικός τοίχος που κατευθύνεται προς τα νότια στρίβει ελαφρώς προς τα δυτικά στο σημείο ακριβώς όπου το ανατολικό άκρο του υψιπέδου αλλάζει ελαφρώς πορεία προς τα δυτικά. Μερικά μικρά δωμάτια που αποκαλύφθηκαν, είχαν όλα υποστεί σοβαρές ζημιές το 1999 από τους μηχανικούς εκσκαφείς κατά τις εργασίες διάνοιξης ενός παράνομου δρόμου. Φαίνεται πιθανόν ότι αυτά τα δωμάτια έβλεπαν σε μια ανοιχτή αυλή στα δυτικά. Είναι επίσης πιθανόν η περιοχή του κτιρίου που διασώθηκε να ήταν η πτέρυγα υπηρεσίας ενός μεγάλου και εξαιρετικά καλοκτισμένου οικοδομήματος, το οποίο ίσως να επεκτάθηκε προς τα δυτικά κάτω από το κτίριο του νέου δημοτικού σχολείου.
Οι ανασκαφές του Πανεπιστημίου του Princeton στην Πόλη της Χρυσοχούς έχουν τώρα συμπληρωθεί και θα ακολουθήσει μια σειρά από περιόδους μελέτης έτσι ώστε να ετοιμαστούν οι δημοσιεύσεις των αποτελεσμάτων πάνω από είκοσι χρονών ανασκαφικών περιόδων.
3. Ανασκαφές της Γαλλικής Αποστολής στο Παλάτι της Αμαθούντας (2007)
(υπεύθυνος ανασκαφής: Δρ. Pierre Aupert)
Το Τμήμα Αρχαιοτήτων ανακοινώνει τα αποτέλεσματα των ανασκαφών από τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών στην Αμαθούντα, κάτω από τη διεύθυνση του Pierre Aupert. Πριν μερικά χρόνια αποκαλύφθηκε δεξαμενή στη Βόρεια πλευρά κοντά στη βόρεια πύλη του τείχους και ανασκάφηκε μερικώς το 2007. Σ΄ αυτή την περίοδο και μετά την συντήρηση των τοιχωμάτων από το Τμήμα Αρχαιοτήτων, η ανασκαφή συνέχισε μέχρι τον υπόγειο θάλαμο (2,20 Χ 1,90μ) λαξευμένο στο βράχο σε βάθος 10μ. Κατά την περσινή ανασκαφική περίοδο αφαιρέθηκε το γέμισμα που χρονολογείται στο τέλος του 7ου αιώνα π.Χ. Φέτος ανασκάφηκαν τα στρώματα που χρονολογούνται στην περίοδο χρήσης της δεξαμενής. Αυτά τα στρώματα περιείχαν αρκετή κεραμική, αγγεία που χάθηκαν ενώ η δεξαμενή βρισκόταν σε χρήση. Τα περισσότερα είναι πήλινες οινοχόες εκτός από μια χάλκινη υδρία και χρονολογούνται από την Ελληνιστική περίοδο μέχρι τον 3ο αιώνα μ.Χ. Επομένως μπορούμε να υποθέσουμε ότι η δεξαμενή σχετίζεται με το υδραγωγείο και ότι το υδραγωγείο κατασκευάστηκε στην Ελληνιστική περίοδο. Μετά από την εύρεση του κεφαλιού της Αφροδίτης πριν μερικά χρόνια, έχουμε τώρα και τη χάλκινη υδρία η οποία θα κοσμήσει τώρα το Μουσείο Λεμεσού.
4. Θαλάσσιο Πρόγραμμα Επισκόπησης της νοτιοδυτικής Κύπρου (2006)
Τμήμα Αρχαιοτήτων Κύπρου
Duncan Howitt-Marshall, Magdalene College, Cambridge
Εθνικό Βρετανικό Κέντρο Ωκεανογραφίας (Centre of Maritime Archaeology, Southampton)
Το Τμήμα Αρχαιοτήτων ανακοινώνει την ολοκλήρωση της φετινής υποβρύχιας έρευνας στην περιοχή Κούκλια-Παλαίπαφος από μια ομάδα ενάλιων αρχαιολόγων και ειδικών στο χειρισμό προγραμμάτων τηλεσκόπησης από τα πανεπιστήμια του Cambridge και Southampton καθώς και από το Εθνικό Βρετανικό Κέντρο Ωκεανογραφίας. Το πρόγραμμα πραγματοποιήθηκε υπό την καθοδήγηση του διδακτορικού ερευνητή Duncan S. Howitt-Marshall, Magdalene College, Cambridge και αποτελεί ένα κρίσιμο μέρος του συνόλου των στοιχείων για τη διδακτορική διατριβή του που αφορά το θαλάσσιο πολιτιστικό τοπίο της νοτιοδυτικής Κύπρου. Αρχαιολόγος-δύτης από το Τμήμα Αρχαιοτήτων ήταν παρών καθόλη τη διάρκεια της έρευνας.
Η περιοχή υπέπεσε αρχικά στην αντίληψη του Duncan S. Howitt-Marshall το Μάιο του 2005 από ένα ντόπιο ψαρά τον Δρα Φίλιο Σαζείδη. Κατά τη διάρκεια του επόμενου καλοκαιριού ένα πρόγραμμα συνεργασίας οργανώθηκε μεταξύ του Τμήματος Αρχαιοτήτων και του Κέντρου Θαλάσσιας Αρχαιολογίας, Southampton, προκειμένου να καταγραφούν συστηματικά η φύση και η έκταση της υποβρύχιας περιοχής. Κατά τη διάρκεια αυτής της πρώτης περιόδου έρευνας εντοπίστηκαν περίπου 120 λίθινες άγκυρες, η δεύτερη μεγαλύτερη συλλογή τέτοιων χειροποίητων αντικειμένων που βρέθηκε μέχρι σήμερα στην ανατολική Μεσόγειο. Η ακριβής χρονολογία των αγκύρων ακόμη δεν έχει καθοριστεί πλήρως αλλά από τους τύπους που έχουν καταγραφεί θα μπορούσε ενδεχομένως κάποιες να χρονολογηθούν και στην Εποχή του Χαλκού. Ο μεγάλος αριθμός των αγκύρων υποδεικνύει ότι η περιοχή πιθανόν να ήταν ένα σημαντικό αγκυροβόλιο στην αρχαιότητα, το οποίο μπορεί να χρησίμευε για τη μεταφορά εμπορευμάτων καθώς και για τη μεταφορά προσκυνητών στην Παλαίπαφο και το ναό της Αφροδίτης από τους μακρινούς προορισμούς όλου του μεσογειακού κόσμου.
Η έρευνα που πραγματοποιήθηκε το Σεπτέμβριο του 2006 χωρίστηκε σε δύο φάσεις. Η πρώτη φάση επικεντρώθηκε στην τηλεσκόπηση και τη γεωφυσική έρευνα του βυθού χρησιμοποιώντας Sidescan sonar, χαρτογραφώντας τις προσεγγίσεις στην περιοχή Κουκλιών-Παλαιπάφου και τους πιθανούς θαλάσσιους δρόμους Ανατολής – Δύσης, οι οποίοι χρησιμοποιήθηκαν από τους ναυτικούς στην αρχαιότητα. Ο εξοπλισμός που χρησιμοποιήθηκε για την τηλεσκόπηση παραχωρήθηκε από το Εθνικό Βρετανικό Κέντρο Ωκεανογραφίας, το αρχαιότερο θαλάσσιο ερευνητικό ίδρυμα της Ευρώπης. Οι ανωμαλίες που εντοπίστηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας σε βάθος λιγότερο των 30 μέτρων ερευνήθηκαν από μέλη της ομάδας τα οποία επίσης συνέλλεξαν και ένα μικρό αριθμό δειγμάτων- ιζημάτων από το βυθό προκειμένου να δημιουργηθεί η βάση ενός χάρτη της παράκτιας περιοχής. Αυτή η διεπιστημονική προσέγγιση που ενσωματώνει την αρχαιολογία, τη γεωλογία και τη θαλάσσια βιολογία θα χρησιμεύσει ώστε να ενισχυθεί μια πιο περιεκτική εικόνα της υπο-παλιρροιακής ζώνης, σε μια προσπάθεια να δημιουργηθεί το πρώτο ψηφιακό αρχείο του βυθού σε συγκεκριμένη περιοχή στην Κύπρο.
Η δεύτερη φάση της εργασίας επικεντρώθηκε σε μια μη- παρεισφρητική έρευνα για την περιοχή, η οποία χαρτογράφησε την περιοχή ρηχού ύδατος χρησιμοποιώντας το περιεκτικό σύστημα των swim-lines (κολύμβηση από ένα σημείο σε ένα άλλο κατά μήκος μιας ευθείας γραμμής). Κατά τη διάρκεια κάθε γραμμής όλο το πολιτιστικό υλικό καθορίστηκε επί τόπου χρησιμοποιώντας ένα φορητό GPS και ένα βαθυμετρικό σχεδιάγραμμα βυθού και καταγράφηκε χρησιμοποιώντας έναν υπολογιστή κατάδυσης. Τα στοιχεία από τα σχεδιαγράμματα θα μεταγραφούν σε έναν πρόγραμμα GIS (γεωγραφικό σύστημα πληροφοριών) αυτό το φθινόπωρο στο πανεπιστήμιο του Cambridge, το οποίο δημιουργεί το αρχικό στρώμα του ψηφιακού αρχείου.
Το προσεχές έτος η ομάδα του προγράμματος προγραμματίζει να προτείνει την περαιτέρω έρευνα για την περιοχή σε μια προσπάθεια να χρονολογήσει αλλά και να ταυτοποιήσει την προέλευση των αγκυρών. Αναμένεται ότι η μελέτη θα ρίξει περισσότερο φως στο ρόλο που διαδραμάτισε η περιοχή Κούκλια-Παλαίπαφος στο θαλάσσιο δίκτυο επικοινωνίας κατά την αρχαιότητα.
5. Σουσκιού - Λαόνα - Πανεπιστήμιο Εδιμβούργου/Αρχαιολογικό Ερευνητικό Κέντρο Λέμπας (2010)
(Υπεύθυνος έρευνας: Δρ. Ε. Peltenburg)
Το Υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων, Τμήμα Αρχαιοτήτων, ανακοινώνει ότι η έκτη περίοδος έρευνας στο Χαλκολιθικό οικισμό Σουσκιού-Λαόνα διάρκεσε τέσσερις εβδομάδες, από τον Απρίλιο μέχρι το Μάιο 2010. Η έρευνα, που διεξήχθη από ομάδα του Αρχαιολογικού Ερευνητικού Κέντρου της Λέμπας και του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου, υπό τη διεύθυνση του Καθ. Edgar Peltenburg, εντόπισε στοιχεία που σχετίζονται με την παραγωγή σταυρόσχημων ειδωλίων του ιδίου τύπου με το ειδώλιο του Πωμού, που απεικονίζεται στο Κυπριακό ευρώ. Τα νέα αυτά στοιχεία έχουν βρεθεί σε οικισμό που έχει εντοπιστεί στο χωριό Σουσκιού, κοντά στην Παλαίπαφο, ο οποίος χρονολογείται στα 3000 π.Χ.
Ανάμεσα στα κατάλοιπα μιας οικίας βρέθηκαν τα εργαλεία με τα οποία κατασκευάζονταν τα ειδώλια αλλά και μεγάλες ποσότητες απολεπισμάτων από τα αρχικά στάδια κατασκευής των ειδωλίων. Τα απολεπίσματα αυτά προέρχονται από την επεξεργασία χαλικιών και όγκων από ακατέργαστη πρώτη ύλη την οποία προμηθεύονταν οι γλύπτες από την οροσειρά του Τρόοδους. Ένα ακόμη στάδιο παραγωγής διαπιστώνεται από τα ακατέργαστα ειδώλια τα οποία εμφανίζονται μέσα από την πρώτη ύλη. Βρέθηκαν επίσης και ελαφρώς ημιτελή ειδώλια τα οποία απορρίφθηκαν επειδή παρουσίαζαν κάποιες ατέλειες.
Οι σπάνιες αυτές ενδείξεις θα επιτρέψουν στους αρχαιολόγους να επιχειρήσουν την αναπαράσταση των τεχνικών παραγωγής των προϊστορικών αυτών ειδωλίων και να διερευνήσουν τη μορφή οργάνωσης της τέχνης αυτής μέσα στις Χαλκολιθικές κοινότητες. Είναι ήδη γνωστό ότι το εργαστήριο λειτουργούσε μέσα σε κτίριο στο οποίο διεξάγονταν και καθημερινές, οικιακές δραστηριότητες. Τέτοια κτίρια υπήρχαν πολλά στον οικισμό της Σουσκιού, ο οποίος θα υπήρξε ένα ιδιαίτερα ζωηρό κέντρο παραγωγής των εικονικών αυτών αντικειμένων. Σε κάποιο μεταγενέστερο στάδιο θα μπορέσει ίσως η έρευνα να ξεκαθαρίσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των ειδωλίων που κατασκευάζονταν στον οικισμό Σουσκιού και έτσι πιθανόν να είναι δυνατόν να αποκτήσουν προέλευση τα τόσα χωρίς προέλευση χαλκολιθικά σταυρόσχημα ειδώλια που εκτίθενται σε μουσεία.
Σε άλλο σημείο του οικισμού, η ομάδα διερεύνησε σωρό αποτελούμενη από οργανικό υλικό (οστά ζώων, κεραμική, κάρβουνο, οστέινα εργαλεία κ.ά) που δίνει πολλές πληροφορίες για την οικονομία του οικισμού. Το υλικό αυτό, το οποίο υπό άλλες συνθήκες θα χανόταν, λόγω της διάβρωσης του εδάφους, στην περίπτωση αυτή παγιδεύτηκε κάτω από κτίρια που κτίστηκαν πάνω του. Πιθανόν η απόθεση αυτή να δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα της δραστηριότητας προσωρινών επισκεπτών στο χώρο, προτού καν δημιουργηθεί ο οικισμός της Σουσκιού, ή να ανήκει σε κτίρια που βρίσκονταν σε ψηλότερο σημείο και τα οποία έχουν εξαφανιστεί λόγω της διάβρωσης του εδάφους.
Σουσκιού Λαόνα: Κάτοψη κτιρίου
6. Κάτω Πάφος - Τούμπαλος 2008
(Υπεύθυνος έρευνας :Δρ. Filippo Giudice)
Το Τμήμα Αρχαιοτήτων ανακοινώνει τη συμπλήρωση των φετινών αρχαιολογικών ερευνών στη θέση Κάτω Πάφος-Τούμπαλλος γνωστής ως “Ιερό του Απόλλωνα” ή “Garrison’s Camp”, κάτω από τη διεύθυνση των Καθ. Filippo και Griada Giudice, του Πανεπιστημίου της Κατάνιας.
Οι ανασκαφές της φετινής περιόδου επικεντρώθηκαν σε τρεις περιοχές: 1) στην περιοχή μπροστά από το ΝΑ όρυγμα του υπογείου ιερού; 2) στο άκρο μιας περιοχής που απαλλοτριώθηκε πρόσφατα; 3) στην περιοχή της παλαιοχριστιανικής οικίας η οποία κτίστηκε στον ανοικτό χώρο στα ανατολικά του υπόγειου ιερού.
1) Συνεχίστηκαν οι έρευνες στο όρυγμα μεταξύ της ορθογώνιας αίθουσας και της μικρής αίθουσας εντός του βράχου μπροστά από την οποία ήρθε στο φως, κατά τις ανασκαφές του 2006, ένας τοίχους από μεγάλους δόμους. Το όρυγμα έφερε στο φως κατά τη διάρκεια προηγούμενης ανασκαφικής έρευνας μία κλίμακα που οδηγεί κάθετα στο δάπεδο. Η ανασκαφή αυτής της περιόδου, που έγινε απέναντι από εκείνη που έγινε τη δεκαετία του 50, έφεραν στο φως μια σειρά δόμων πεσμένων με ομοιογένεια και με κατεύθυνση δυτικά προς τα ανατολικά, γεγονός που οδήγησε στην υπόθεση ότι το παχύ στρώμα από χαλάσματα δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια ενός σεισμού. Ο τοίχος αποτελούσε τη δυτική πλευρά (αυτή έχει αποκαλυφθεί μέχρι τώρα) μιας μεγάλης αίθουσας που φαίνεται να ανήκε σε μια νέα παλαιοχριστιανική οικία. Η οικία κτίστηκε όταν εγκαταλείφθηκε η ειδωλολατρία. Σημαντική ανακάλυψη αποτελεί ένας τοίχος του ελληνιστικού-ρωμαϊκού ιερού με κατεύθυνση ΔΑ πάνω στον οποίο φαίνεται να στηρίζονται τα χαλάσματα της οικίας. Η απομάκρυνση στις επόμενες ανασκαφικές περιόδους όλου του στρώματος από χαλάσματα θα επιτρέψει στην αποκάλυψη του υστερο-ρωμαϊκού κτίσματος και στη χρονολόγηση του σεισμού.
2) Επεκτάθηκε το όρυγμα στο άκρο της περιοχής που απαλλοτριώθηκε πρόσφατα από το Τμήμα Αρχαιοτήτων, ΝΑ του υπόγειου ιερού και του υπόγειου με αψίδα που ανασκάφηκε μερικώς την προηγούμενη ανασκαφική περίοδο. Πέρσι, στην εξωτερική περιοχή ΝΔ του υπόγειου ιερού βρέθηκαν περιμετρικά διάφορα κτίσματα από μεγάλους δόμους, οι οποίοι ξαναχρησιμοποιήθηκαν χωρίς αμφιβολία κατά την παλαιοχριστιανική περίοδο. Σε ένα από αυτά και εντός μικρού καναλιού, μερικώς ανεσκαμμένου, βρέθηκαν μαζί με ένα λύχνο, θησαυρός που αποτελείται από περισσότερα από εκατό χάλκινα νομίσματα. Κατά την επέκταση των φετινών ανασκαφικών ερευνών φέτος στην περιοχή βρέθηκαν και άλλα νομίσματα της υστερο-ρωμαϊκής περιόδου και αποκαλύφθηκε τμήμα μιας δεξαμενής. Η δεξαμενή χρησιμοποιήθηκε μέχρι πρόσφατα εφόσον μέσα σε αυτή βρέθηκε νόμισμα του Γεωργίου VΙ του 1944.
3) Στην παλαιοχριστιανική οικία, συνεχίστηκε η έρευνα της περιοχής δυτικά του περιμετρικού δυτικού τοίχου. Η απουσία κτισμάτων κατά την ανασκαφή οδήγησε στην υπόθεση, η οποία θα μπορέσει να επιβεβαιωθεί με την επέκταση του ορύγματος, ότι εδώ υπήρχε ένας δρόμος με κατεύθυνση ΒΝ, πάνω στον οποίο κτίστηκε η οικία. Οι ανασκαφές που συνέχισαν σε βάθος έφεραν στο φως βόθρους, που φαίνεται να άδειασαν την περίοδο της παλαιοχριστιανικής εγκατάστασης: σώζονται μόνο μια χάλκινη καρφίτσα για τα μαλλιά και μία αιχμή βέλους.
7. Ανασκαφές της Πολωνικής Αποστολής στην Κάτω Πάφο (2008)
(Υπεύθυνος έρευνας: Καθ. H. Meyzai)
Tο Υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων, Τμήμα Αρχαιοτήτων ανακοινώνει ότι το 2009 ήταν το τρίτο συνεχόμενο έτος κατά το οποίο η Πολωνική Αποστολή διενέργησε ανασκαφές στον αρχαιολογικό χώρο της Κάτω Πάφου. Οι ανασκαφές χρηματοδοτούνται από κοινού από το Τμήμα Αρχαιοτήτων και το Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας. Ο Δρ. Άγγελος Παπαδόπουλος, εκ μέρους του Τμήματος Αρχαιοτήτων, επέβλεπε τις έρευνες από τις 16 μέχρι τις 19 Δεκεμβρίου 2008 και από τις 9 Ιανουαρίου μέχρι τις 4 Φεβρουαρίου, ο Δρ Henryk Meyza βοηθούμενος από την κα. Joanna Michalska, εκ μέρους της Πολωνικής Αποστολής επέβλεπαν τις έρευνες από τις 9 Μαρτίου μέχρι τις 17 Απριλίου και ο Δρ Henryk Meyza επέβλεπε από τις 29 Αυγούστου μέχρι τις 3 Οκτωβρίου. Η τρίτη περίοδος ανασκαφών περιελάμβανε τη συστηματική ανασκαφή του δυτικού τμήματος της λεγόμενης Ελληνιστικής Οικίας, τη συντήρηση δεξαμενής (από την εταιρεία PROP της Κρακοβίας) αλλά και την αποκατάσταση από το Τμήμα Αρχαιοτήτων του Ναβαταϊκού κίονα που ανήκε σε τετράστυλη εσωτερική αυλή. Οι μεγαλύτερες σε έκταση περιοχές που διερευνήθηκαν ήταν οι εξής: το νοτιοανατολικό τμήμα της Οικίας του Αιώνα, που ανασκάφηκε από τον Α. Παπαδόπουλο (Τμήμα Αρχαιοτήτων) και που σχεδιάστηκε από την Πολωνική Αποστολή, και το δυτικό τμήμα της Ελληνιστικής Οικίας.
Στην Οικία του Αιώνα εντοπίστηκαν τέσσερα νέα δωμάτια, δύο εκ των οποίων (αρ. 41, 42) έχουν πολύ φθαρμένα μονόχρωμα ψηφιδωτά δάπεδα. Τα ψηφιδωτά αν και μετακινημένα, διατηρούν ενδείξεις για τη σχέση τους με το διαχωριστικό τοίχο ενώ ένα άλλο ψηφιδωτό φαίνεται να είχε επαναχρησιμοποιηθεί στα τέλη της Ύστερο-Ρωμαϊκής περιόδου. Όπως δείχνουν οι πιο σύγχρονες βαθιές τομές στο χώρο, η περιοχή είχε συληθεί.
Σημαντικά στοιχεία αποκαλύφθηκαν με την ανασκαφή του δυτικού τμήματος της Ελληνιστικής Οικίας. Η περιοχή αυτή καταστράφηκε από σεισμό όχι πριν από την εποχή του Αδριανού και μόνο ένα μικρό τμήμα διακοσμημένων αρχιτεκτονικών μελών είχε μετακινηθεί κατά την αρχαιότητα. Μέσα στην εσωτερική αυλή (Αρ. 13) φάνηκε ότι ένα ήδη υπάρχων impluvium, που περιβάλλεται από τέσσερις κίονες, είχε υποστεί τροποποιήσεις αφού κτίστηκε ψηλότερος τοίχος, ο οποίος σφράγισε τo impluvium ανάμεσα στις κολόνες, προφανώς μετά από κάποια κατάρρευση. Γύρω από το impluvium βρέθηκαν σκορπισμένα τμήματα μικρού θριγκού μήκους περίπου 15 μέτρων (σώθηκαν και οι τέσσερις του γωνίες) που φαίνεται ότι ανήκε σε κάποιο όροφο της Οικίας. Μέσα από την πισίνα συλλέχθηκαν τμήματα του Δωρικού διαζώματος της κύριας κιονοστοιχίας και Ρωμαϊκό-μπαρόκ γείσο διακοσμημένο με προβόλους. Ένας από τους κίονες της τετράστυλης στοάς, με το ούτω καλούμενο ψευδό-Ιωνικό Ναβαταϊκό κιονόκρανο, βρέθηκε πεσμένος στο έδαφος (λείπει ο ένας του σπόνδυλος). Ο κίονας έχει τώρα αναστηλωθεί.
Η δεξαμενή, η οποίο βρέθηκε το 2007, μπορεί να προσεγγιστεί από τα βόρεια, και συγκεκριμένα από τα δωμάτια κάτω από τον νεότερο νότιο τοίχο του περιβόλου της Οικίας του Θησέα, μέσω ενός δρόμου ο οποίος καταλήγει σε κλίμακα. Το άνοιγμα του πηγαδιού της δεξαμενής βρέθηκε ακριβώς στα βόρεια του impluvium. Στο εσωτερικό της δεξαμενής βρέθηκε ένας πολύ καλά διατηρημένος και διακοσμημένος σαυρωτήρας. Μια δεύτερη δεξαμενή εντοπίστηκε στο νοτιοδυτικό τμήμα της εσωτερικής αυλής και φαίνεται ότι προμήθευε με νερό ένα λουτρό που εκτείνεται στα νότια και στα δυτικά της δεξαμενής. Η διερεύνηση του λουτρού αυτού δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Γνωρίζουμε ότι στο νότιό του τμήμα αποτελείται από δύο δωμάτια με δάπεδα με υπόκαυστα και ένα σύστημα θέρμανσης με κανάλια και αγωγούς. Τα υπόκαυστα έχουν συληθεί εκτεταμένα ακόμη και στο επίπεδο των πήλινων πλακών στήριξης όπου μόνο τα ίχνη των πλακών σώζονται. Σε πολύ καλύτερη κατάσταση διατήρησης βρέθηκαν τα κατάλοιπα του επόμενου δωματίου, προς βορρά, όπου σώζονται οι τοίχοι και κανάλι. Το δωμάτιο αυτό πιθανώς να λειτουργούσε ως praefurnium αφού βρέθηκε παχύ στρώμα καύσης και κανάλι το οποίο θα οδηγούσε το ζεστό αέρα στα δωμάτια με τα υπόκαυστα και σε δωμάτιο της Ρωμαϊκής Οικίας. Το δωμάτιο αυτό δεν έχει ανασκαφεί μέχρι το δάπεδό του, το οποίο βρίσκεται σε βαθύτερο επίπεδο από αυτά των γύρω δωματίων. Bρέθηκε επίσης και κολόνα με τριπλή εσωτερική σωλήνωση λαξευμένη μέσα σε τμήματα λίθων. Μια παρόμοια αλλά πιθανόν επαναχρησιμοποιημένη κολόνα βρέθηκε πεσμένη στο δυτικό τμήμα της αυλής 13. Πιο δυτικά, ανασκάφηκαν δύο ακόμη δωμάτια (Αρ. 33 και 28) με λιθόστρωτα δάπεδα αλλά και τμήματα από τα πεσμένα δάπεδα των ορόφων των δωματίων. Στη νοτιοδυτική γωνία της εσωτερικής αυλής 13 αποκαλύφθηκε ένα ακόμη δωμάτιο (Αρ. 34) με σφραγισμένη την είσοδο και τα κατάλοιπα μιας κλίμακας που οδηγούσε στο δεύτερο όροφο.
Οι σημαντικότερες ανακαλύψεις των ερευνών του 20009 περιλαμβάνουν: τον εντοπισμό, επιμήκους τοίχου που τρέχει πολύ κοντά στον κατεστραμμένο στυλοβάτη της Οικίας του Θησέα, τα σημαντικά στοιχεία που σχετίζονται με τις πρώιμες φάσεις της Ελληνιστικής Οικίας και που δείχνουν ότι μέρος της Οικίας είχε δάπεδα σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα, και την επιβεβαίωση της έκτασης του πρωιμότερου συγκροτήματος λουτρού κάτω από το ανατολικό τμήμα της Οικίας του Θησέα..
Ανασκαφές στην Κάτω Πάφο, 2009
8. Ανασκαφές της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου της Γεωργιανής Μονής στη Γιαλιά, 2008
(Υπεύθυνοι έρευνας: Δρ. David Mindorashvili)
Tο Υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων, Τμήμα Αρχαιοτήτων ανακοινώνει τη λήξη των αρχαιολογικών ανασκαφών της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου στο χώρο της Γεωργιανής Μονής του 10ου αιώνα, στο χωριό Γιαλιά της επαρχίας Πάφου. Οι ανασκαφές, που ξεκίνησαν στις 12 Σεπτεμβρίου και έληξαν στις 8 Οκτωβρίου, χρηματοδοτήθηκαν από το Εθνικό Γραφείο Συντήρησης Πολιτιστικής Κληρονομιάς Γεωργίας και διεξήχθησαν υπό τη διεύθυνση του Δρ. David Mindorashvili. Ο ναός μελετήθηκε από καλλιτεχνική άποψη από τον George Gagoshidze ενώ το σχεδιασμό του μνημείου ανέλαβε ο αρχιτέκτονας Tengiz Gabunia.
Σκοπός της έρευνας είναι η μελέτη των ερείπιων της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου που ανήκει στη Μονή, καθώς επίσης η ανασκαφική έρευνα και ο καθορισμός των σταδίων της οικοδόμησής του. Η εκκλησία (διαστάσεων 11 X 4 μ..) υπήρξε διώροφο κτίριο. Ο κάτω όροφος λειτουργούσε ως κρύπτη στεγασμένη με καμάρα η οποία χωριζόταν με τοίχους στα μέρη όπου θάβονταν νεκροί. Προς το παρόν έχουν βρεθεί συνολικά τέσσερις τέτοιες “οστεοθήκες”, στις οποίες βρέθηκαν άτακτα σκορπισμένα τα οστά των νεκρών όπως και μεγάλος αριθμός πήλινων σκευών. Τα κινητά ευρήματα, τα οποία περιλαμβάνουν κυρίως κύπελλα, ανήκουν σε διάφορες περιόδους μεταξύ του 12ου και του15ου αιώνα μ.Χ. Κατά τη διάρκεια των προηγούμενων ανασκαφικών περιόδων του κυρίως ναού της Μονής οι αρχαιολόγοι δεν μπορούσαν να εντοπίσουν το κοιμητήριο των μοναχών, το οποίο αποτελούσε απαραίτητο συμπλήρωμα του μοναστηριού. Όπως αποδεικνύεται με τις φετινές έρευνες, οι μοναχοί θάβονταν στο κάτω όροφο, στην κρύπτη της εκκλησίας του Αγ. Νικολάου.
Λόγω της μεγάλης έκτασης του χώρου οι ανασκαφές του ναού θα συνεχιστούν το 2010. Με τη λήξη της αρχαιολογικής έρευνας προβλέπονται εργασίες συντήρησης και προφύλαξης του μνημείου. Η πλήρης μελέτη της εκκλησίας και των αρχαιολογικών ευρημάτων θα αναδείξει τις στενές σχέσεις Κύπρου - Γεωργίας τόσο σε θρησκευτικούς όσο και σε πολιτιστικούς-εκπαιδευτικούς τομείς.
9. Ανασκαφές στη θέση Καλαβασός - Κοκκινόγια (2009)
(Υπεύθυνη έρευνας: Δρ. Joanne Clarke, East Anglia University)
Το Τμήμα Αρχαιοτήτων ανακοινώνει τη λήξη των φετινών ανασκαφών στη θέση Καλαβασός-Κοκκινόγια από το Πανεπιστήμιο East Anglia του Ηνωμένου Βασιλείου κάτω από τη διεύθυνση της Δρος Joanne Clarke. Η θέση Κοκκινόγια βρίσκεται σε γεωργική γη σε απόσταση περίπου 4 χιλιομέτρων από το χωριό της Καλαβασού. Αποτελεί τη νοτιότερη μιας ομάδας αρχαιολογικών θέσεων που έχουν αποκαλυφθεί στη διασταύρωση του παλιού δρόμου Λευκωσίας – Λεμεσού με το δρόμο που οδηγεί στο χωριό Ζύγι. Μια από τις θέσεις αυτές είναι και η θέση Καλαβασός – Κοκκινόγια της πρώιμης Χαλκολιθικής περιόδου, αλλά και η προϊστορική θέση Καλαβασός-Παμπούλες που καλύπτει διάφορες φάσεις της προϊστορίας.
Κατά τις φετινές έρευνες, που διεξήχθησαν κατά το μήνα Απρίλιο, ολοκληρώθηκε η πρώτη φάση των ανασκαφών του Kalavasos Prehistoric Project και παραμένει η δημοσίευση της θέσης Κοκκινόγια. Οι μελλοντικές ανασκαφικές έρευνες της αποστολής προγραμματίζονται να διεξαχθούν στη θέση Παμπούλες.
Κατά τα τελευταία έτη στη θέση Κοκκινόγια έχουν ανακαλυφθεί πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία για την αρχαιολογική έρευνα όπως μια σειρά από υπόγειους θαλάμους και σήραγγες και μια σειρά από θαλάμους αυτόνομους αλλά και άλλους που συνδέονται μεταξύ τους. Η χρήση των υπόγειων αυτών στοιχείων παραμένει αινιγματική. Πολλοί χώροι είχαν σφραγιστεί μετά την αρχική τους χρήση ή είχαν επαναχρησιμοποιηθεί για άλλες δραστηριότητες, όπως την επεξεργασία ώχρας ή την αποθήκευση αντικειμένων. Εν τούτοις, η αρχική χρήση των χώρων αυτών και οι ανάγκες που οδήγησαν στην κατασκευή τους, παραμένουν αναπάντητα ερωτήματα αφού οι περισσότεροι χώροι δεν περιείχαν ευρήματα.
Εκτός από το υπόγειο σύστημα των θαλάμων και σηράγγων, και τους ανεξάρτητους θαλάμους, οι ανασκαφές έφεραν στο φως μια κυκλική κατασκευή, μερικώς βυθισμένη στο φυσικό βράχο. Η κατασκευή αυτή φέρει στο δάπεδό της μια κεντρική πασσαλότρυπα, μια εστία και αλλεπάλληλα στρώματα ασβεστολιθικών δαπέδων. Η κατασκευή αυτή πιθανόν να συνδέεται με μερικούς από τους υπόγειους θαλάμους παρόλο που η χρήση της θα ήταν διαφορετική.
Τέλος, στη θέση Κοκκινόγια ανασκάφηκαν και ταφές. Τουλάχιστον έξι άτομα βρέθηκαν θαμμένα μέσα σε αποθέτες και σε θαλάμους που βρίσκονται γύρω από την κυκλική κατασκευή. Σε έναν αβαθή αποθέτη ανασκάφηκε ολόκληρος ο σκελετός μιας νεαρής γυναίκας και τα μακρά οστά μιας δεύτερης ταφής. Σε έναν άλλο αποθέτη βρέθηκαν τρεις ολόκληροι σκελετοί, τοποθετημένοι ο ένας πάνω στον άλλο, ενώ μέσα σε μια θαλαμοειδή κατασκευή βρέθηκαν σε σωρό τα οστά ενός ακόμη ατόμου.
Καλαβασός-Κοκκινόγια: Ταφή νεαρής γυναίκας
10. Ανασκαφές στη θέση Πολιτικό - Κοκκινόροτσος
(Υπεύθυνοι έρευνας: Δρ. David Frankel και Δρ. Jenny Webb)Το Τμήμα Αρχαιοτήτων ανακοινώνει τη λήξη των ανασκαφών από oμάδα Αυστραλών αρχαιολόγων του Πανεπιστημίου La Trobe Μελβούρνης, κάτω από τη διεύθυνση των Καθ. David Frankel και Jennifer Webb στη Χαλκολιθική θέση στο Πολιτικό, Επαρχία Λευκωσίας. Τα αποτελέσματα παρέχουν την ευκαιρία μελέτης της περιόδου αυτής από το 3500-2500 π.Χ. στην περιοχή.
Κατά τη διάρκεια του Απριλίου και Μαΐου ερευνήθηκε εκτενής περιοχή στην οποία αποκαλύφθηκαν τρεις κυκλικοί λάκκοι χαρακτηριστικοί της περιόδου. Δίπλα ανευρέθηκε βαθύ φυσικό κοίλωμα με γέμισμα από πέτρες, κεραμεική και οστά. Περισυλλέχθηκαν περίπου 54.000 όστρακα που ζυγίζουν πάνω από ένα τόνο και πολλά λίθινα αντικείμενα.
Τα οστά ζώων υποδεικνύουν ότι οι κάτοικοι ασχολούνταν με το κυνήγι ελαφιών τα οποία εξαφανίστηκαν από την Κύπρο γύρω στα 1000 π.Χ. όπως και με την εκτροφή προβάτων και αιγών.
Η σημασία των ανασκαφών αυτών έγκειται στο γεγονός ότι η Χαλκολιθική περίοδος είναι γνωστή μόνο από τα ευρήματα στη ΝΔ Κύπρο. Η έρευνα της Αυστραλιανής αποστολής απέδειξε ότι υπήρχαν σημαντικές διαφοροποιήσεις στο υλικό και στην κοινωνικο-οικονομική οργάνωση των κοινωνιών της εποχής στις διάφορες περιοχές της Κύπρου.
11. Αρχαιολογική έρευνα στην τοποθεσία Άσπρος στον Ακάμα (2007)
(Υπεύθυνοι έρευνας: Δρ. Π. Φλουρέντζος και Δρ. A. Ammerman)
Το Υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων, Τμήμα Αρχαιοτήτων, ανακοινώνει ότι διενεργήθηκε υποβρύχια έρευνα διάρκειας δύο εβδομάδων, στην παράκτια περιοχή της τοποθεσίας Άσπρος στον Ακάμα. Η έρευνα οδήγησε στην ανεύρεση λίθινων εργαλείων σε διάφορα σημεία της ακτής που καταβυθίστηκαν. Τα εργαλεία αυτά χρονολογούνται 10.000 χρόνια πριν από σήμερα. Αυτά τα νέα αρχαιολογικά ευρήματα καταδεικνύουν πως αυτή η προ-νεολιθική θέση ήταν αρκετές φορές μεγαλύτερη από ό,τι σώζεται σήμερα στο κομμάτι της ακτής που δεν καταβυθίστηκε στη θάλασσα. Η πλουσιότερη σε ευρήματα περιοχή εντοπίστηκε σε βάθος 10 μέτρων κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, σε απόσταση 100 μέτρων από τη σημερινή ακτογραμμή. Αυτή είναι η πρώτη φορά που βρίσκονται αρχαιολογικά ευρήματα τόσο πρώιμης χρονολόγησης βυθισμένα στη θάλασσα. Τα ευρήματα αυτά είναι πρωιμότερα από την Ακεραμική Νεολιθική περίοδο, που στην Κύπρο ξεκινά περίπου το 8200 π.Χ. Αυτή είναι μια σημαντική εξέλιξη στη μελέτη της πρωιμότερης φάσης της κυπριακής αρχαιολογίας, αλλά και της θαλάσσιας δραστηριότητας στον κόσμο της Μεσογείου.
Πριν το 2004, πολύ λίγα πράγματα ήταν γνωστά για τις προ-νεολιθικές θέσεις στο νησί. Η ανακάλυψη δύο νέων θέσεων το 2004, μιας στον Άσπρο του Ακάμα και μιας στο «Nissi Beach» στην Αγία Νάπα άρχισαν να ρίχνουν νέο φως σε αρχαιολογικές θέσεις της Κύπρου, που χρονολογούνται 10.500 ως 12.500 χρόνια πριν από σήμερα. Τότε, για πρώτη φορά έφταναν στο νησί τροφοσυλέκτες μέσω της θάλασσας της ανατολικής Μεσογείου. Στη διάρκεια μιας ψυχρής κλιματικής αλλαγής από το 10800 ως το 9600 π.Χ., η στάθμη της θάλασσας ήταν 60 ως 70 μέτρα χαμηλότερα από ό,τι είναι σήμερα. Ολόκληρες περιοχές της ακτής καταβυθίστηκαν κατά το τέλος της τελευταίας Εποχής των Παγετώνων και τη μετάβαση στην Ολόκαινη περίοδο, κατά τα τελευταία 10000 χρόνια, όταν επικράτησαν θερμότερες κλιματικές συνθήκες. Επομένως, όσον αφορά αυτή την πρώιμη περίοδο, ό,τι βλέπουμε στην αρχαιολογική μαρτυρία στις σημερινές ακτές, όπως στον Άσπρο και στο "Nissi Beach", είναι μόνο η “κορυφή του παγόβουνου”.
Βεβαίως, η πρόκληση είναι πώς θα εντοπιστούν τα μικρά λίθινα εργαλεία που αφέθηκαν σε εκείνα τα σημεία της στεριάς που σήμερα είναι καταβυθισμένα στη θάλασσα. Κανείς δεν είχε επιχειρήσει μια τέτοια έρευνα προηγουμένως στην Κύπρο. Δείξαμε πως κάτι τέτοιο μπορεί να γίνει εφικτό. Το συμπέρασμα είναι πως θέσεις όπως ο Άσπρος και το "Nissi Beach” υπήρξαν πολύ μεγαλύτερες και πολύ πλουσιότερες από όσο νομίζαμε προηγουμένως.
Στην περίπτωση του Άσπρου, ξέρουμε τώρα πως η θέση εκτείνεται σε μήκος περισσότερο από 250 μέτρα, κατά μήκος της κορυφής του λόφου στη βόρεια πλευρά του ποταμού Άσπρου. Η έρευνα της προ-νεολιθικής θέσης στον Άσπρο διευθύνεται από κοινού από τον Albert J. Ammerman, καθηγητή της έδρας O´ Connor του Πανεπιστημίου Colgate (Hamilton, New York) και τον Παύλο Φλουρέντζο, Διευθυντή του Τμήματος Αρχαιοτήτων. Η υποβρύχια έρευνα διενεργήθηκε από μια ομάδα εννέα δυτών, από την Κύπρο και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο επικεφαλής του προγράμματος καταδύσεων ήταν ο Δρ Tim Turnbull από το New York City. Αρχαιολογικός υπεύθυνος των καταδύσεων ήταν ο Duncan Howit Marshall. Τα λίθινα εργαλεία μελετούνται από την Carole McCartney.
12. Ανασκαφές στη θέση Πύλα-Κουτσοπετρια, 2010
(Υπεύθυνοι έρευνας: Καθ. W. Caraher, Καθ. R. Scott Moore, Καθ. D. K. Pettegrew, Δρ. Μ. Χατζηκωστή)
Το Τμήμα Αρχαιοτήτων, ανακοινώνει τη λήξη της φετινής αρχαιολογικής έρευνας στην παράκτια ζώνη του χωριού Πύλα, στη νότια ακτή της Κύπρου, υπό τη διεύθυνση των: R. Scott Moore (Indiana University of Pennsylvania), William R. Caraher (University of North Dakota) και David Pettegrew (Messiah Colllege). Από το 2003 μια διεθνής ομάδα ερευνητών, υπό τη διεύθυνση των πιο πάνω, διεξάγει έρευνα στην περιοχή, καταγράφοντας έναν οικισμό που χρονολογείται από την Αρχαϊκή μέχρι την Ύστερο Ρωμαϊκή περίοδο. Κατά τη φετινή χρονιά, η ομάδα φωτογράφησε ολόκληρο το χώρο, έκανε χρήση του ραντάρ διείσδυσης εδάφους (ground penetrating radar) και διεξήγαγε διάφορα πειράματα για να χρονολογήσει με μεγαλύτερη ακρίβεια τα αποτελέσματα των ερευνών των περασμένων χρόνων. Οι εργασίες αυτές θα επιτρέψουν στην ομάδα να ορίσει με μεγαλύτερη ακρίβεια τη σχέση μεταξύ επιφανειακών ευρημάτων και ευρημάτων που βρίσκονται ακόμη καταχωμένα στο έδαφος.
Ένα άλλο μέρος της ομάδας διεξήγαγε έρευνα στο Επαρχιακό Μουσείο Λάρνακος όπου κατέγραψε τα περίπου 13,000 κινητά ευρήματα που συλλέχθηκαν μεταξύ του 2003 και σήμερα. Τα κεραμικά και λίθινα αντικείμενα και τα αρχιτεκτονικά μέλη δείχνουν ότι στο χώρο ζούσε μια δραστήρια κοινότητα η οποία διατηρούσε εμπορικές σχέσεις με ολόκληρη τη λεκάνη της Μεσογείου. Από τη μελέτη των ευρημάτων συμπεραίνεται ότι η θέση στην περιοχή Βίγλα υπήρξε οχυρωμένος οικισμός που χρονολογείται από την Αρχαϊκή μέχρι την Ελληνιστική περίοδο. Ο οικισμός αυτός διέθετε οχυρωματικό τείχος και εδώ βρέθηκαν και μεγάλες ποσότητες κεραμικής καθημερινής χρήσεως. Ο οικισμός αυτός είναι ασυνήθιστος για τα δεδομένα της Κύπρου και πιθανόν να λειτουργούσε ως βάση φρουράς που προστάτευε το ανατολικό τμήμα του Κιτίου και τον κόλπο της Λάρνακας. Κατά την Ύστερη Ρωμαϊκή περίοδο και τα Πρωτοχριστιανικά χρόνια, η πόλη Κουτσοπέτρια απλωνόταν κατά μήκος της πεδιάδας της παραλίας κάτω από τη Βίγλα. Ο οικισμός αυτός φαίνεται να ήταν μια ζωηρή και κοσμοπολίτικη εμπορική πόλη και πιθανόν να καταστράφηκε από σειρά σεισμών. Η κεραμική από το χώρο αυτό υποδηλώνει πολιτιστικούς δεσμούς με τη Μικρά Ασία, τη Βόρεια Αφρική, την Αίγυπτο και το Αιγαίο. Οι εργασίες για την ετοιμασία της τελικής δημοσίευσης έχουν ήδη ξεκινήσει.

13. Ανασκαφές στις θέσεις Άης Γιώρκης, Κρήτου Μαρόττου και Ακρωτήρι - Αετόκρεμνος (2009)
(Υπεύθυνος έρευνας: Δρ. Alan Simmons)
Το Τμήμα Αρχαιοτήτων ανακοινώνει την λήξη της φετινής ανασκαφής από το Πανεπιστήμιο της Nevada κάτω από τη διεύθυνση του Καθ. Alan H. Simmons. Σ’ αυτή την περίοδο το πρόγραμμα είχε τέσσερεις στόχους, οι περισσότεροι από τους οποίους αφορούν τη μέση φάση της Πρώϊμης Νεολιθικής στη θέση Άης Γιώρκης που βρίσκεται κοντά στην Πάφο, στους πρόποδες του Τροόδους. Οι πρώτοι τρεις στόχοι ήταν να συμπληρωθεί η κωδικοποίηση των ευρημάτων, να γίνουν γεωφυσικές μελέτες και να γίνει επιλεκτικά επισκόπηση μερικών περιοχών κοντά στον Άη Γιώρκη. Ο τελευταίος στόχος ήταν να γίνει περιορισμένη ανασκαφική έρευνα στην πρωϊμότερη μέχρι τώρα θέση Ακρωτήρι-Αετόκρεμνος, που ανασκάφηκε στη δεκαετία του ΄80 και αρχές της δεκαετίας του ΄90. Όλοι οι στόχοι έχουν επιτευχθεί και τα 10,000 λίθινα εργαλεία από τον Άη Γιώρκη έχουν κωδικοποιηθεί. Έχει γίνει επισκόπηση σε 8 τεμάχια με εμβαδόν περίπου 10,000τετρ.μ. και έχουν εντοπιστεί τρεις νέες θέσεις. Δύο απ’ αυτές βρίσκονται ακριβώς πάνω από τον Άη Γιώρκη και φαίνεται ότι ανήκουν στην πρώϊμη Νεολιθική περίοδο. Η γεωφυσική μελέτη σε εμβαδόν 10Χ12μ. έδειξε ότι υπάρχουν αρχιτεκτονικά κατάλοιπα κάτω από την επιφάνεια του εδάφους.
Αφαιρέθηκαν επίσης τα τελευταία αντικείμενα από τη θέση Ακρωτήρι-Αετόκρεμνος και ανασκάφηκε μια τελευταία περιοχή που απέμεινε με 4 ορύγματα με εμβαδό 1Χ1μ. Βρέθηκε μεγάλος αριθμός οστών ιπποπόταμου, πτηνών, όστρεα και λίθινα εργαλεία όπως και πικρολιθικό περίαπτο. Η ανασκαφή του σπηλαίου ολοκληρώθηκε εκτός από ένα μικρό χώρο στο πίσω μέρος.
14. Ανασκαφές στη θέση Πολιτικό - Τρουλλιά (2010)
(Υπεύθυνοι έρευνας: Δρ.. Steven E. Falconer και Δρ. Patricia L. Fall)
Το Τμήμα Αρχαιοτήτων, ανακοινώνει τη λήξη των ανασκαφών για το 2010 στη θέση Πολιτικό-Τρουλλιά που χρονολογείται στην Εποχή του Χαλκού και βρίσκεται περίπου 25 χλμ νοτιοδυτικά της Λευκωσίας, κοντά στο Μοναστήρι του Αγίου Ηρακλειδίου, στους πλούσιους σε χαλκό πρόποδες της οροσειράς του Τροόδους. Οι ανασκαφές διενεργήθηκαν υπό τη διεύθυνση των Δρ. Steven Falconer και Patricia Fall από το Arizona State University.
Οι φετινές έρευνες απεκάλυψαν εκτεταμένα κατάλοιπα της κοινότητας της Εποχής του Χαλκού (περ. 2000-1500 π.Χ.) η οποία υπήρξε η πρόγονος κοινότητα της αρχαίας Ταμασσού, της έδρας ενός σημαντικού βασιλείου των Γεωμετρικών χρόνων. Οι έρευνες του 2010 έφεραν στο φως μια σειρά από οικιστικές μονάδες που περιβάλλουν μια κοινόχρηστη εσωτερική αυλή, η οποία διατηρεί πολλά στοιχεία που υποδηλώνουν κτηνοτροφικές ασχολίες, επεξεργασία σιτηρών, μεταλλουργικές δραστηριότητες (επεξεργασία χαλκού) και υψηλού επιπέδου κεραμική τεχνολογία. Οι ενδείξεις αυτές χρονολογούνται στη Μέση Εποχή του Χαλκού, λίγο πριν ιδρυθούν οι πόλεις της Ύστερης Εποχής του Χαλκού. Τα αρχαιολογικά κατάλοιπα στη θέση Πολιτικό-Τρουλλιά φθάνουν σε βάθος μέχρι και τέσσερα μέτρα κάτω από τη σημερινή επιφάνεια του εδάφους, καθιστώντας τη θέση αυτή ως μια από τις στρωματογραφικά βαθύτερες αρχαιολογικές θέσεις στην Κύπρο. Η αρχαιολογική επισκόπηση της γύρω περιοχής έδειξε ότι οι λόφοι που περιβάλλουν τη θέση Πολιτικό-Τρουλλιά έχουν τύχει έντονης γεωργικής εκμετάλλευσης για αιώνες, πιθανόν από την Εποχή του Χαλκού. Οι αρχαίοι κάτοικοι της θέσης Πολιτικό-Τρουλλιά καλλιεργούσαν σταφύλι και ελιές και βοσκούσαν πρόβατα, αίγες, βοοειδή και χοίρους. Επίσης κυνηγούσαν μεγάλο αριθμό ελαφιών και άγριας αίγας.
Τα αποτελέσματα των ερευνών στη θέση Πολιτικό-Τρουλλιά ρίχνουν φως στις γεωργικές και μεταλλευτικές κοινότητες οι οποίες έθεσαν τα θεμέλια για την μετέπειτα αστικοποιημένη Κύπρο. Οι Δρ. Falconer και Fall είναι ιδιαίτερα ευγνώμονες για την ευγενική στήριξη, ενθάρρυνση και φιλία που έχουν δείξει στο πρόγραμμα οι κάτοικοι των κοινοτήτων Πέρα Ορεινής και Πολιτικού και ιδιαίτερα στους κοινοτάρχες Κώστα Μηλιώτη και Ανδρέα Βοσκαρή. Αναμένεται ότι οι ανασκαφές του Arizona State στη θέση Πολιτικό-Τρουλλιά θα συμβάλουν στην καλύτερη κατανόηση της πρώιμης ιστορίας της περιοχής των Πέρα Ορεινής και Πολιτικού αλλά και των γειτονικών σύγχρονων χωριών.
Πολιτικό Τρουλλιά, 2010 15. Υποβρύχιες έρευνες στην Ανατολική Κύπρο
(Eastern Cyprus Maritime Survey) (2009)
(Υπεύθυνος Έρευνας: J. Leidwanger)
Το Τμήμα Αρχαιοτήτων, ανακοινώνει την ολοκλήρωση της υποβρύχιας καταδυτικής επισκόπησης που διεξήχθη από τα μέσα Ιουλίου μέχρι τα μέσα Αυγούστου, κατά μήκος της νοτιοανατολικής ακτής του νησιού, στην περιοχή του Κάβο Γκρέκο. Η έρευνα χρηματοδοτείται από το Institute of Nautical Archaeology του Texas A&M University, και επίσης λαμβάνει οικονομική βοήθεια από το University of Pennsylvania και το RPM Nautical Foundation ενώ δέχεται διοικητική στήριξη από το Ίδρυμα Θέτις.
Η έρευνα επικεντρώθηκε στη θέση ενός Ρωμαϊκού ναυαγίου που ανακαλύφθηκε το 2007. Ολοκληρώθηκε η προκαταρκτική μη-διεισδυτική χαρτογράφηση των επιφανειακών ευρημάτων ούτως ώστε να προσδιοριστεί η έκταση της θέσης, η κατάσταση διατήρησης και ο χαρακτήρας της αλλά και το είδος του φορτίου που κουβαλούσε όταν βυθίστηκε. Το καράβι, που χρονολογείται στις πρώτες δεκαετίες του 2ου αιώνα μ.Χ., φαίνεται να μετέφερε φορτίο αποτελούμενο από ποικιλία υγρών, πιθανόν κρασί αλλά ίσως και ελαιόλαδο, τα οποία ήταν αποθηκευμένα σε πάνω από 130 στάμνους ή αμφορείς.
Οι περισσότεροι στάμνοι προέρχονται από τη νοτιοανατολική Μικρά Ασία και γενικά από τη βορειοανατολική Μεσόγειο. Μια άλλη ομάδα αμφορέων όμως, φαίνεται να περιείχαν κρασί από τη Μεσογειακή ακτή της Γαλλίας. Μερικά αντικείμενα που δεν ήταν μέρος του φορτίου, ίσως να χρησιμοποιούνταν για την αποθήκευση και την προετοιμασία φαγητού και αποτελούν ενδείξεις για την πιθανή ύπαρξη γαλέρας, δίνοντας μας έτσι πληροφορίες για τη ζωή πάνω σε ένα τέτοιο εμπορικό καράβι. Στην επιφάνεια όμως δεν εντοπίστηκαν ίχνη ξύλου, άγκυρες ή άλλα εξαρτήματα του καραβιού. Αν και παραμένει άγνωστος ο προορισμός του καραβιού, η ανεύρεσή του σε ρηχά νερά και η Ρωμαϊκή παρουσία στην περιοχή του Κάβο Γκρέκο και ακόμη πιο βόρεια σε θέσεις όπως η Λεύκολλα, αποτελούν ενδείξεις ότι, είτε το καράβι πλησίαζε κάποιο λιμάνι είτε συμμετείχε σε εμπορικές δραστηριότητες, μεταφέροντας προϊόντα σε μικρές αποστάσεις από και προς την ακτή. Αν και σκορπισμένα, τα ευρήματα αποτελούν σημαντικές ενδείξεις για τις τοπικές και τις περιφερειακές εμπορικές επαφές αυτού του ειρηνικού αλλά ακμάζοντος Ρωμαϊκού νησιού, αλλά ακόμη μας δίνουν πληροφορίες και για τις μακρινές εμπορικές επαφές.
Τα μελλοντικά σχέδια για περαιτέρω έρευνες στη θέση αυτή περιλαμβάνουν μια εκτενή επισκόπηση στα ρηχά νερά σε συνδυασμό με την εφαρμογή της μεθόδου τηλεανίχνευσης για την ανεύρεση καλύτερα διατηρημένων θέσεων σε βαθύτερα, πιο αμμώδη στρώματα σε μεγαλύτερη απόσταση από την ακτή. Η αξιόλογη ιστορία της περιοχής του Κάβο Γκρέκο αποδεικνύεται όχι μόνο με την ανεύρεση ναυαγίων, αγκύρων και άλλων ευρημάτων που έχουν σημειωθεί κατά μήκος της ακτής, αλλά και από τις μαρτυρίες ντόπιων δυτών και από συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα. Σύμφωνα με το Διόδωρο, ήταν σε κάποιο σημείο στα βόρεια της περιοχής της έρευνας που το 306 π.Χ., ο Δημήτριος ο Πολιορκητής ο Μακεδόνας νίκησε τον Πτολεμαίο της Αιγύπτου σε μια από τις μεγαλύτερες και πιο φημισμένες ναυμαχίες της αρχαιότητας. Παρόλο που ο Πτολεμαίος τελικά επέστρεψε νικητής, καταλαμβάνοντας το νησί για όλη την υπόλοιπη Ελληνιστική περίοδο, σχεδόν εκατόν πολεμικά σκάφη είχαν δηλωθεί βυθισμένα κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, γεγονός που δίνει ελπίδες στους αρχαιολόγους που διεξάγουν έρευνες στα βαθύτερα νερά της περιοχής αυτής.
Δύτες καταγράφουν τα κατάλοιπα του Ρωμαϊκού ναυαγίου
σε ένα από τα άκρα της θέσης
16. Ανασκαφές στη Χοιροκοιτία 2009
(Υπεύθυνος ανασκαφής: Δρ. A. Le Brun)
Το Τμήμα Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων ανακοινώνει τη συμπλήρωση των φετινών αρχαιολογικών ερευνών στη Χοιροκοιτία. Οι ανασκαφές διεξήχθησαν τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο από το Εθνικού Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών και το Υπουργείο Εξωτερικών της Γαλλίας κάτω από τη διεύθυνση του Δρα A. Le Brun.
Τελείωσε φέτος η έρευνα που άρχισε το 2005 στη βόρεια πλευρά του λόφου όπου είναι κτισμένος ο οικισμός. Στόχος της έρευνας ήταν να προσδιοριστεί η πορεία των τοίχων που αποτέλεσαν διαδοχικά το όριο του νεολιθικού χωριού. Τα αποτελέσματα αυτής της έρευνας αναθεώρησαν σε αρκετά σημεία ριζικά την άποψή μας για τον οικισμό της Χοιροκοιτίας, και πιο γενικά, για την τελευταία φάση της Νεολιθικής Προκεραμικής περιόδου στην Κύπρο.
Οι εργασίες των προηγούμενων χρόνων αποκάλυψαν ότι η κατοικημένη περιοχή στη νότια πλαγιά επεκτείνεται προς τα δυτικά ενώ ταυτόχρονα εγκαταλείπεται η βόρεια πλαγιά. Σαν αποτέλεσμα, η ιστορία του οικισμού έπρεπε να αναθεωρηθεί: αυτό που φαινόταν αρχικά ως μία επέκταση του χωριού επρόκειτο τελικά για μια ανακατανομή του κτισμένου χώρου. Η φετινή έρευνα αμφισβήτησε την ιδέα που είχαμε μέχρι τώρα για τον τρόπο με τον οποίο ο οικισμός εντασσόταν στο χώρο. Ο τοίχος που αποτελεί το αρχικό όριο του οικισμού βρέθηκε στο βάθος μιας δοκιμαστικής τομής κοντά στον ποταμό. Η πορεία του, όμως, δεν αναπτύσσεται κάθετα της ροής του ποταμού όπως θα αναμενόταν εάν, όπως νομίζαμε μέχρι τώρα, αυτή η κατασκευή συμπλήρωνε τη φυσική προστασία που παρείχε ο ποταμός στα σημεία που ήταν αναγκαίο. Αντιθέτως, ο τοίχος ακολουθεί μια παράλληλη πορεία με την κοίτη του ποταμού Μαρώνι. Έτσι, επιβάλλεται μια διαφορετική εικόνα για τον οικισμό, ενός χωριού που περιβάλλεται από τείχος το οποίο αποτελείτο από ένα επιβλητικό όγκο χώματος επενδυμένο εξωτερικά με λιθοδομή.
Η ανοικοδόμηση ενός τέτοιου έργου σε τόσο μεγάλο μήκος αντιπροσωπεύει μια σημαντική συλλογική προσπάθεια που προϋποθέτει μια γερά δομημένη κοινωνική οργάνωση.
17. Ανασκαφές στη Βόρεια Αίθουσα του Ιερού της Αφροδίτης 2007
Το Τμήμα Αρχαιοτήτων ανακοινώνει τη λήξη των ανασκαφών στο Ιερό της Αφροδίτης στην Παλαίπαφο από την Ελβετο/Γερμανική αποστολή που διενήργησε ανασκαφές στο χώρο από το 1973-1979 και από το 1993-1995. Η γωνιά του κτιριακού συμπλέγματος, παρέμεινε αδιερεύνητη γιατί επικαλυπτόταν από οικία του 19ου αιώνα. Η οικία αυτή απομακρύνθηκε πρόσφατα και μετά από πρόσκληση του Τμήματος Αρχαιοτήτων, έγινε η διερεύνηση του μεταξύ του τέλους του Σεπτέμβρη και τις αρχές Οκτωβρίου.
Η Βόρεια Αίθουσα αποτελεί το βορειότερο άκρο του ιερού και όπως και η Νότια Στοά χρησιμοποιείτο ως αίθουσα τελετουργικών συμποσίων – ένα είδος κτηρίου που εξελίχτηκε από την αρχική μορφή των Ελλαδικών προτύπων με την αντικατάσταση των συνεχόμενων εξέδρων από ατομικές πετρόκτιστες κλίνες. Οι πιστοί αναπαύονταν κατά τη διάρκεια του συμποσίου σε εξυψωμένη εξέδρα που περιέκλειε ψηφιδωτό δάπεδο με γεωμετρικό διάκοσμο. Αποκαλύφτηκαν σε μεγάλο βαθμό οι θεμελιώσεις των ανατολικών και βόρειων εξωτερικών τοίχων, συμπληρώνοντας έτσι την κάτοψη της Βόρειας Αίθουσας. Είχε το ίδιο πλάτος με το ιερό, με εμβαδόν περίπου 62,5Χ12,5μ. Αποκαλύφθηκε επίσης ψηφιδωτό δάπεδο 26 τετρ. μ.
Σε σχέση με την προηγούμενη έρευνα στο Ιερό, τα αποτελέσματα της φετινής έρευνας ήταν αναμενόμενα. Κατά την διάρκεια όμως της ανασκαφής των εξέδρων, αποκαλύφθηκε ότι οι δόμοι που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή των τοίχων περιλάμβαναν ασβεστολιθικούς κίονες Δωρικού ρυθμού όπως και πολύ σπάνιο αναθηματικό αντικείμενο που παρομοιάζει με την Ναβαταϊκή αρχιτεκτονική από την Πέτρα και αλλού. Τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα του Ρωμαϊκού ιερού που διασώζονται σήμερα χρονολογούνται στον ύστερο 1ο αιώνα ή αρχές του 2ου αιώνα μ.Χ. και τα νέα αυτά ευρήματα υποδεικνύουν ότι υπήρξε παλαιότερη φάση που μπορεί να χρονολογηθεί στην Ύστερη Ελληνιστική ή Πρώιμη Ρωμαϊκή περίοδο. Επίσης υποδεικνύουν ότι υπήρξαν επιδράσεις από την Εγγύς Ανατολή, ένα ενδιαφέρον στοιχείο για επιπρόσθετη έρευνα.
Παλαίπαφος: Βόρεια Αίθουσα του Ιερού της Αφροδίτης
Μετακίνηση αρχιτεκτονικών μελών
18. Ανασκαφή στο Λόφο της Φάμπρικας (Κάτω Πάφος) (2008)
(Υπεύθυνη έρευνας Δρ. Claire Balandier)
Tο Τμήμα Αρχαιοτήτων, ανακοινώνει την λήξη της πρώτης ανασκαφικής περιόδου στο λόφο της Φάμπρικας στην Κάτω Πάφο, η οποία διήρκησε από τις 15 Απριλίου μέχρι τις 9 Μαϊου 2008. Η ανασκαφή διενεργήθηκε από γαλλική αποστολή υπό την διεύθυνση της Δρας Claire Balandier, Καθηγήτριας Αρχαίας Ιστορίας και Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Avignon, με την οικονομική υποστήριξη του Υπουργείου Εξωτερικών της Γαλλίας.
Στόχος της πρώτης αυτής ανασκαφικής περιόδου ήταν να εντοπιστούν τα ίχνη του βορειοανατολικού τμήματος του αρχαίου τείχους της πόλης της Νέας Πάφου, το οποίο είναι ακόμα άγνωστο. Μια αρχαιολογική επισκόπηση στη κορυφή του λόφου επέτρεψε τον εντοπισμό μερικών ογκόλιθων - οι οποίοι βρίσκονται στη θέση τους - στο βόρειο τμήμα της περιοχής, ακριβώς κάτω από την βορειότερη άκρη του λόφου, κοντά στην οδό Δαιδάλου. Η ανασκαφή απέδειξε ότι οι ογκόλιθοι αυτοί ανήκουν σε τοίχο, ο οποίος αποκαλύφθηκε σε μήκος περισσότερο από 20 μέτρα προς τα νότια. (Φωτ.1).
Μετά από έρευνα που διενεργήθηκε στο πίσω μέρος, διαπιστώθηκε ότι ο τοίχος αυτός δεν κτίστηκε με δύο όψεις, αλλά ακουμπά στον βράχο. Η πρόσοψη του τοίχου είναι κατασκευασμένη από λαξευτούς ογκόλιθους, πιθανόν σε δεύτερη χρήση και το εσωτερικό του αποτελείται από χαλίκια Τα θεμέλια του εντοπίστηκαν σε βάθος 3 μέτρων. Η ανασκαφική έρευνα δεν έχει προχωρήσει ακόμα μέχρι το φυσικό βράχο. Στοιχεία που προκύπτουν από τη στρωματογραφία φανερώνουν ότι ο τοίχος αυτός κτίστηκε κατά τα τέλη της Ελληνιστικής περιόδου ή κατά τις αρχές της Ρωμαϊκής. Η ακριβής χρονολόγηση όμως θα διαπιστωθεί στην επόμενη ανασκαφική περίοδο τον επόμενο χρόνο.
Στο ανατολικό μέρος του λόφου, βόρεια του θεάτρου, εκεί όπου ένα μονοπάτι φτάνει στην κορυφή του λόφου παρατηρήθηκε ότι υπάρχει ένα άνοιγμα στο βράχο. Αυτό το σημείο διενεργήθηκε έρευνα με σκοπό να διαπιστωθεί κατά πόσο πρόκειται για τη βορειοανατολική πύλη της αρχαίας Πάφου. Δεν εντοπίστηκαν οποιαδήποτε στοιχεία που θα μπορούσαν να συνδεθούν με την πύλη, αλλά ήρθαν στο φως διάφοροι τοίχοι και αρχαιολογικά στρώματα. Ένας τοίχος ανασκάφηκε παράλληλα με την κορυφογραμμή που σώζεται μόνο σε ύψος 0,50 μ. αλλά φαίνεται καθαρά ότι πρόκειται για τοίχο κτισμένο με πελεκητούς λίθους, προσεκτικά λαξευμένους και με επίχρισμα ασβεστοκονιάματος. Δεν μπορεί σε αυτό το στάδιο να διευκρινιστεί σε ποιο κτίριο ανήκε. Μετά την καταστροφή του χρησιμοποιήθηκε ως θεμέλιο ενός μεταγενέστερου κτιρίου, το οποίο και αυτό καταστράφηκε. Η κεραμική χρονολογείται στα μεσαιωνικά χρόνια και ακριβέστερα στη φραγκοκρατία. Βρέθηκε μια σφραγίδα του Gerardus, Επισκόπου της Μπολόνια, πιθανόν από τον 13ον αιώνα. Όλα τα ευρήματα από την περιοχή αυτή μαρτυρούν ότι πρόκειται για ένα σημαντικό κτίριο στο τμήμα αυτό του λόφου της Φάμπρικας κατά την μεσαιωνική περίοδο, πιθανόν μια εκκλησία. Κατά την ερχόμενη ανασκαφική περίοδο ίσως δοθούν κάποιες απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά.
Στο δυτικό μέρος του λόφου της Φάμπρικας, κοντά στην οδό Αγίου Παύλου, εκεί καθαρίστηκε ο βράχος όπου διακρίνονταν μερικά σκαλιά. Η έρευνα που ακολούθησε απέδειξε ότι δεν πρόκειται για σκαλιά, αλλά για λαξεύματα, αποτελέσματα λατόμευσης. Μια απλή οικία ή ένα κατάλυμα για πρόβατα, το οποίο κτίστηκε κοντά στο βράχο, πιθανό να χρονολογείται στην Τουρκοκρατία , όπως μαρτυρεί ένα τεμάχιο από μια καπνοσύριγγα. Σε αυτή τη περιοχή δεν έχει εντοπιστεί οποιοδήποτε στοιχείο του τείχους της πόλης.
Προτεραιότητα της επόμενης ανασκαφικής περιόδου της Γαλλικής Αρχαιολογικής Αποστολής στη Πάφο είναι να εντοπιστούν τα ίχνη του τείχους της πόλης στο βόρειο τμήμα του λόφου της Φάμπρικας, να διευκρινιστεί η χρήση του μεσαιωνικού κτίσματος στο ανατολικό τμήμα του λόφου, και να καθοριστεί με ακρίβεια η χρονολόγηση των ευρημάτων.
19. Ανασκαφές στη θέση Κισσόνεργα – Σκαλιά, 2010
(Υπεύθυνη έρευνας: Δρ. Lindy Crewe)Το Υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων, Τμήμα Αρχαιοτήτων, ανακοινώνει τη λήξη των φετινών εργασιών στον οικισμό της Πρώιμης και Μέσης Εποχής του Χαλκού (περ. 2300-1650 π.Χ) Κισσόνεργα-Σκαλιά. Οι εργασίες διεξήχθησαν από ομάδα του Πανεπιστημίου του Μάντσεστερ υπό τη διεύθυνση της Δρος. Lindy Crewe. Οι φετινές έρευνες επικεντρώθηκαν στη συνέχιση της αποκάλυψης των αρχιτεκτονικών καταλοίπων της Εποχής του Χαλκού, τα οποία είχαν μερικώς διερευνηθεί κατά τις προηγούμενες τρεις ανασκαφικές περιόδους. Τα βασικά ερωτήματα της έρευνας είναι τα εξής: πως ζούσαν οι κάτοικοι της Εποχής του Χαλκού στην Κισσόνεργα; Για πόσο διάστημα κατοικήθηκε η θέση; Ποιες ήταν οι σχέσεις των ντόπιων με άλλες κοινότητες που κατοικούσαν στο νησί; Η θέση Κισσόνεργα-Σκαλιά είναι ο πρώτος οικισμός αυτής της περιόδου που ανασκάπτεται στο νοτιοδυτικό τμήμα της Κύπρου αλλά και η μόνη γνωστή θέση που βρίσκεται παραθαλάσσια, σε αντίθεση με τους περισσότερους οικισμούς της Πρώιμης-Μέσης Εποχής του Χαλκού που βρίσκονται στην ενδοχώρα.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία του οικισμού είναι το ευρύ φάσμα αρχιτεκτονικών τύπων της Εποχής του Χαλκού. Η πιο πρώιμη φάση που έχει εντοπιστεί μέχρι στιγμής χαρακτηρίζεται από τα τυπικά ορθογώνια κτίσματα αποτελούμενα από πολλά δωμάτια, με τοίχους πλάτους περίπου 80 εκατοστών, με θεμέλια που αποτελούνται από δύο σειρές λίθων. Τα κτίσματα αυτά θα είχαν κάποτε πλίνθινη τοιχοποιία η οποία δε σώζεται. Μέχρι στιγμής έχει αποκαλυφθεί ένα ολόκληρο δωμάτιο, με τρία διαδοχικά δάπεδα, που κάθε ένα περιλαμβάνει επιχρισμένες βάσεις αγγείων και πασσαλότρυπες. Το υλικό των δαπέδων είναι πλούσιο σε ζωικά οστά, εδώδιμα όστρεα, αποθηκευτικά αγγεία και μαγειρικά σκεύη και το δωμάτιο φαίνεται να είχε οικιστική χρήση. Σύμφωνα με την κεραμική που βρέθηκε, οι οικίες θα πρέπει να είχαν εγκαταλειφτεί πριν από το τέλος της Μέσης Εποχής του Χαλκού.
Στα βόρεια η θέση συνεχίστηκε να κατοικείται μέχρι τις απαρχές της Ύστερης Εποχής του Χαλκού (περ. 1650). Οι ανασκαφές έφεραν στο φως έναν μεγάλο ανοικτό χώρο. Κατά την πιο πρώιμη φάση που έχει αποκαλυφθεί μέχρι στιγμής, η περιοχή φαίνεται να είχε χρησιμοποιηθεί για δραστηριότητες που αφορούσαν μαγειρική. Βρέθηκε μια μεγάλη σωρός από στάχτη με αποθέτες διαφόρων φάσεων, κάποιοι εκ των οποίων περιείχαν θραύσματα αγγείων στη βάση τους. Η κλίμακα του χώρου υπερβαίνει αυτήν που χαρακτηρίζει οικιακές δραστηριότητες της περιόδου και πιθανόν ο χώρος αυτός να ήταν δημόσιος. Κατά τη διάρκεια της πιο ύστερης φάσης κατασκευάστηκε από πηλό μια μεγάλη κατασκευή που ομοιάζει με φούρνο, παρόμοια πιθανόν με τους παραδοσιακούς κυπριακούς φούρνους. Μέσα στο στρώμα από στάχτη που βρέθηκε στη βάση της κατασκευής αποκαλύφθηκε σε μερική κατάρρευση ένα μεγάλο αποθηκευτικό αγγείο το οποίο είχε τοποθετηθεί όρθιο σε λάκκο με ένα μαγειρικό σκεύος στη βάση του. Η κατασκευή αυτή είναι μοναδική για την Πρώιμη-Μέση Εποχή του Χαλκού στην Κύπρο. Όταν είχε κτιστεί ο χώρος είχε διαμορφωθεί σε αυλή, και κτίστηκαν δύο τοίχοι παράλληλοι μεταξύ τους με θεμελίωση αποτελούμενη από μεγάλους ασβεστόλιθους και επιχρισμένα δάπεδα. Στην επιφάνεια του δαπέδου βρέθηκαν ολόκληρα αγγεία σπασμένα και ένα σφονδύλι.
Ο ασυνήθιστα πλατύς τοίχος (1.2 μ) που αποκαλύφθηκε μερικώς κατά τις προηγούμενες ανασκαφικές περιόδους στο βορειότερο τμήμα του χώρου, ερευνήθηκε περαιτέρω και φάνηκε ότι έχει μήκος πέραν των 22 μέτρων. Οι φετινές έρευνες έδειξαν ότι χρησιμοποιήθηκε μια ασυνήθιστη μέθοδος για την κατασκευή του τοίχου. Είχε δηλαδή ανοιχθεί μια τάφρος μέσα σε μια επιφάνεια της Εποχής του Χαλκού, και η τάφρος στη συνέχεια γεμίστηκε με πέτρες οι οποίες λειτούργησαν ως το θεμέλιο του τοίχου. Στην εσωτερική επιφάνεια του τοίχου υπάρχει δάπεδο με επιχρισμένους λάκκους, κεραμική και λειασμένα λίθινα εργαλεία. Οι σκουριές χαλκού που βρέθηκαν υποδεικνύουν ότι στο χώρο διεξάγονταν μεταλλουργικές δραστηριότητες.
Παρόλο που οι ανασκαφές έχουν αποκαλύψει μέχρι στιγμής μόνο τις μεταγενέστερες φάσεις, η κεραμική που βρέθηκε φανερώνει μια μακρόχρονη κατοίκηση που ξεκινά στις αρχές της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού και επίσης υποδεικνύει επαφές με άλλες περιοχές της Κύπρου. Η ομάδα του Πανεπιστημίου του Μάντσεστερ ευελπιστεί ότι οι επόμενες ανασκαφικές περίοδοι θα αποκαλύψουν τις πρωιμότερες αυτές φάσεις που διατηρούνται κάτω από τις μεταγενέστερες.
20. Ανασκαφές του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου στη θέση ‘Ρουδιάς’ στις υπώρειες του Τροόδους, 2009
(Υπεύθυνος έρευνας: Δρ. Ν. Ευστρατίου)
Το Τμήμα Αρχαιοτήτων, ανακοινώνει τη λήξη των ερευνών για το 2009 του Τμήματος Ιστορίας-Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, το οποίο συνέχισε το Νοέμβριο του 2009 το αρχαιολογικό ερευνητικό του πρόγραμμα στην Κύπρο και συγκεκριμένα στην περιοχή του Τροόδους. Ο εντοπισμός το 2008 της σημαντικής ‘προ-Νεολιθικής’ - όπως είχε προκαταρκτικά χαρακτηριστεί - εγκατάστασης του Ρουδιά στις νότιες υπώρειες του Τροόδους (470 μ υψόμετρο) στην περιοχή της Πάφου, είχε δημιουργήσει πολλές ερευνητικές προσδοκίες αλλά κυρίως απαιτήσεις για την επιβεβαίωση των πρώιμων αυτών χρονολογικών και πολιτισμικών χαρακτηριστικών της.
Mία ολιγομελής ερευνητική ομάδα του ΑΠΘ με επικεφαλής τον Καθηγητή Προϊστορικής Αρχαιολογίας Νίκο Ευστρατίου και συνεργάτες τον Κύπριο αρχαιολόγο-εκπαιδευτικό Δημήτρη Κυριάκου και τους φοιτητές Γιάννη Βοσκό, Ελένη Μλουκίε και Έλλη Τζαννή, επέστρεψε στη θέση ‘Ρουδιάς’ με την άδεια του Τμήματος Αρχαιοτήτων Κύπρου και τη συγκατάθεση του Τμήματος Δασών, και διενήργησε μια σύντομη γεωλογική, αρχαιολογική και ανασκαφική επιτόπια έρευνα. Αυτή περιελάμβανε πρώτον, τη γεωλογική εκτίμηση της θέσης, δεύτερον, τη συστηματική συλλογή, με χρήση καννάβου, επιφανειακού υλικού σημαντικού τμήματος της θέσης για την επιβεβαίωση του προ-νεολιθικού χαρακτήρα της και τρίτον, το άνοιγμα μικρών δοκιμαστικών ανασκαφικών τομών σε διαφορετικά σημεία με στόχο την τεκμηρίωση της ύπαρξης στρωματογραφημένου αρχαιολογικού υλικού (κυρίως λίθινων αντικειμένων) και τέλος, το σημαντικότερο, συλλογής υλικού το οποίο θα προσφέρονταν για ραδιοχρονολογικές αναλύσεις.
Και οι τρεις αυτές βασικές κατευθύνσεις της έρευνας του 2009 εκπληρώθηκαν με τον καλύτερο τρόπο. Πιο συγκεκριμένα, ο γεωλόγος της ομάδας Δρ. Π. Καρκάνας επιβεβαίωσε τον πλειστοκαινικό χαρακτήρα και την ποτάμια προέλευση της αναβαθμίδας όπου βρίσκεται η εγκατάσταση του Ρουδιά, εντόπισε την ακριβή αρχική θέση της εγκατάστασης και κατέγραψε την ποικιλία της πρώτης ύλης του πυριτολιθικού υλικού της περιοχής. Κυρίως όμως εντόπισε τις γεωλογικές αποθέσεις όπου το αρχαιολογικό υλικό εφόσον εντοπιζόταν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι πιθανότατα βρισκόταν στη θέση του (in situ). Παράλληλα, η συστηματική συλλογή επιφανειακού υλικού συγκέντρωσε πλούσιο ποσοτικά λίθινο υλικό. Τέλος και κυριότερο, η ανασκαφή των τομών που πραγματοποιήθηκε – με βάση το μεθοδολογικό ‘πρωτόκολλο’ μιας παλαιολιθικής ανασκαφής - αποκάλυψε στρωματογραφημένο λίθινο υλικό (εργαλεία, απολεπίσματα, οστά, οργανικά κατάλοιπα) μέσα στην επίχωση που είχε υποδειχθεί ως η καταλληλότερη από το γεωλόγο και η οποία τελικά απεδείχθει ότι διαθέτει ικανοποιητικό βάθος. Τα δεκάδες λίθινα εργαλεία που βρέθηκαν ‘στρωματογραφημένα’ και στη συνέχεια καταγράφηκαν επιβεβαιώνουν την εμμονή της εγκατάστασης στο χώρο η έκταση του οποίου υπολογίζεται σε δεκάδες τετραγωνικά. Η έρευνα στη συνολική έκταση της πλειστοκαινικής ποτάμιας αναβαθμίδας η οποία ξεπερνά τα πέντε χιλιάδες τετραγωνικά μέτρα αναμένεται να τεκμηριώσει το ακριβές μέγεθός της εγκατάστασης. Ιδιαίτερα ελπιδοφόρο για τη χρονολόγηση της θέσης είναι η ύπαρξη υλικών οργανικών καταλοίπων που προσφέρονται για ραδιοχρονολογικές αναλύσεις.
Η προκαταρκτική μελέτη της λιθοτεχνίας που προέρχεται αποκλειστικά από το επιφανειακό υλικό που συνελέγη δίνει την πιθανή εικόνα του παλίμψηστου μιας ‘κατασκήνωσης’ κυνηγών τροφοσυλλεκτών η οποία ξεκινά με ένα σημαντικό αριθμό γεωμετρικών εργαλείων και πυρήνων φολίδων που εντάσσονται στον ορίζοντα των πρώϊμων παραλιακών θέσεων του νησιού και συνεχίζεται με την κατασκευή λεπτών λεπίδων που παραπέμπουν περισσότερο σε μια Νεολιθική παράδοση. Θα πρέπει ωστόσο να τονιστεί ότι ο χαρακτήρας και η χρονολόγηση της κύριας εγκατάστασης του Ρουδιά θα είναι σαφέστερα μόνο όταν μελετηθεί και το ‘στρωματογραφημένο’ υλικό της θέσης το οποίο συνελέγη στη διάρκεια της ανασκαφής και όταν θα είναι διαθέσιμα τα αποτελέσματα των ραδιοχρονολογήσεων.
Τα αποτελέσματα των επιτόπιων ερευνών και ανασκαφικών ερευνών το 2009 κρίνονται ιδιαίτερα ικανοποιητικά και επιβεβαιώνουν– τουλάχιστον όσον αφορά τα χαρακτηριστικά της λιθοτεχνίας – την ένταξη της θέσης και στον προ-νεολιθικό ορίζοντα της Κύπρου.
Ο ανασκαφικός εντοπισμός των καταλοίπων προ-Νεολιθικών ομάδων κυνηγών-τροφοσυλλεκτών των αρχών του Ολόκαινου στην ενδοχώρα της Κύπρου κρίνεται ως ένα σημαντικό βήμα για την πρώιμη αρχαιολογία της Κύπρου και την τεκμηρίωση των χαρακτηριστικών των πρώτων ομάδων στο νησί.
Δοκιμαστικές τομές στη θέση Ρουδιάς (Τρόοδος), 2009
21. Ανασκαφή του Lycoming College στο Αρχαίο Ιδάλιο – Κάτω Πόλη (2010) (Υπεύθυνη έρευνας: Δρ. Pamela Gaber)
Το Τμήμα Αρχαιοτήτων ανακοινώνει τη λήξη των ανασκαφών της φετινής περιόδου στο Ιδάλιο-Κάτω Πόλη από το Lycoming College, κάτω από τη διεύθυνση της Δρος Pamela Gaber.
Οι φετινή έρευνα διήρκεσε 7 εβδομάδες και επικεντρώθηκε στο πλάτωμα της ανατολικής ακρόπολης (Μούττη του Αρβίλη) και στην επανεξέταση των ανασκαφών στο Ιερό του Άδωνη. Με τον καθαρισμό του χώρου του Ιερού από τα συσσωρευμένα χώματα που είχαν μαζευτεί μετά από πολλά έτη βροχόπτωσης, αποκαλύφθηκαν αγγεία που φαίνεται ότι ακουμπούσαν στο τελευταίο δάπεδο που χρησιμοποιήθηκε προτού εγκαταλειφθεί το Ιερό. Τα ευρήματα αυτά δείχνουν ότι το Ιερό ήταν σε χρήση μέχρι τον 1ο αιώνα π.Χ. Η συσσώρευση ακέραιων αγγείων στο δάπεδο και η επικάλυψή τους με κατάλοιπα πεσμένων πλίνθων, πιθανόν να δείχνει ότι το ιερό εγκαταλείφθηκε κάπως βεβιασμένα.
Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διαπίστωση των ορίων του Ελληνιστικού βωμού στο Ιερό του Άδωνη. Όπως ήταν αναμενόμενο, η δυτική γωνία του νότιου άκρου του βωμού βρέθηκε περίπου 8 μέτρα δυτικά της ανατολικής γωνίας. Το τεράστιο μέγεθος του βωμού υποδηλώνει τη διαχρονική σημασία της λατρείας του συντρόφου της Μεγάλης Θεάς στο Ιδάλιο κατά την Ελληνιστική περίοδο. Τα πήλινα αναθηματικά ειδώλια βρέθηκαν σε όλη την έκταση του βωμού.
Στην περιοχή με το Ιερό, στο οποίο πιθανόν να λατρεύονταν δύο θεότητες, η ομάδα συνέχισε τη διερεύνηση της ανατολικής περιοχής η οποία φαίνεται να χρησιμοποιήθηκε τελευταία φορά κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο. Συμπέρασμα των ερευνών ήταν ότι πέρα από τη λατρεία δύο ανεικονικών θεοτήτων, μιας θηλυκού γένους και μιας αρσενικού, οι αρχαίοι Κύπριοι πιστοί προσέφεραν και μεγάλο αριθμό ασβεστολιθικών αναθημάτων.
Οι φετινές έρευνες αποκάλυψαν επιπρόσθετα στοιχεία σχετικά με τις Ρωμαϊκές εγκαταστάσεις στο ανατολικό τμήμα του ιερού, μεταξύ των οποίων και μια μεγάλη δεξαμενή ή λεκάνη επιχρισμένη με υδραυλικό κονίαμα. Σε μικρή απόσταση από τη λεκάνη αυτή βρέθηκε ζεύγος τεράστιων και εντυπωσιακών λίθινων πλακών οι οποίες πιθανόν να όριζαν μια τελετουργική διαδρομή.
Ο αρχαίος αυτός ναός, που φαίνεται να ανάγεται στην Κυπρο-Γεωμετρική περίοδο, θα πρέπει να ήταν αφιερωμένος στη Μεγάλη Θεά της Κύπρου, τη Wanassa (Άνασσα) ή τη ‘Θεά των Ζώων’ που συχνά αναπαρίσταται ως Άρτεμις μαζί με το σύντροφό της που μεταγενέστερα ονομάστηκε Άδωνης. Το γεγονός ότι ο Άδωνης ήταν γνωστός ως ο ‘Θεός των Ζώων’ εξηγεί γιατί αναπαρίσταται κάποιες φορές ως Ηρακλής και άλλοτε ως Παν. Είναι γεγονός ότι οι αρχαίοι Κύπριοι δανείζονταν θρησκευτικά σύμβολα από διάφορα μέρη για να αναπαραστήσουν τους δικούς τους θεούς.
Φέτος εντοπίστηκε επίσης η Ελληνιστική βιοτεχνική περιοχή στα ανατολικά του δρόμου που οδηγεί στο σύγχρονο χωριό Λύμπια. Η περιοχή αυτή βρίσκεται ακριβώς κάτω από το χώρο του Ιερού του Άδωνη και δεν είναι τυχαίο που εδώ βρέθηκε μεγάλος αριθμός θραυσμάτων από γλυπτά. Τα αγαλματίδια πιθανόν να κύλησαν από τον ιερό χώρο που βρίσκεται σε ψηλότερο επίπεδο. Κατά τη δεκαετία του 1970, η προηγούμενη Αμερικάνικη Αποστολή εντόπισε τη μεγάλη επιχρισμένη λεκάνη που βρίσκεται στο χώρο αυτό και τη συνέδεσε με συγκρότημα λουτρών που πιθανώς να ήταν τμήμα Ρωμαϊκής έπαυλης ή κάποιου άλλου Ρωμαϊκού κτίσματος. Οι πρόσφατες έρευνες όμως, δείχνουν ότι πρόκειται για Ελληνιστικές βιοτεχνικές εγκαταστάσεις πιθανόν προορισμένες για την επεξεργασία υφασμάτων. Κάθε άκρο της λεκάνης, που έχει μέγεθος 6μΧ2.7μ, φέρει υποδοχές, στις οποίες φαίνεται να τοποθετούνταν ξύλινες ράβδοι για να απλώνεται το ύφασμα ή το μαλλί σε υγρό και να βάφεται ή να παράγει τσόχα.
Το επόμενο έτος η αποστολή σκοπεύει να ερευνήσει τα όρια του Ιερού των δύο θεοτήτων, το Ελληνιστικό βιοτεχνικό συγκρότημα και να εντοπίσει τα πιο πρώιμα αρχαιολογικά στρώματα του Τεμένους του Άδωνη.
22. Ανασκαφές στη θέση Επισκοπή -Παμπούλα (2009)
(Υπεύθυνη ανασκαφής: Καθ. Gisela Walberg)
Το Τμήμα Αρχαιοτήτων ανακοινώνει ότι τον Ιούνιο 2009 συνεχίστηκε για τρεις εβδομάδες η αρχαιολογική έρευνα στην Περιοχή XVI της θέσης Παμπούλα στην Επισκοπή (επαρχία Λεμεσού) κάτω από τη διεύθυνση της Καθ. Gisela Walburg, Πανεπιστήμιο Cincinnati. Στόχος της περσινής έρευνας ήταν να οριστεί πιο ξεκάθαρα η λίθινη κατασκευή (Τοίχος 37) πλάτους σχεδόν 4.80 μ, και να επεκταθούν οι ανασκαφές σε διάφορες κατευθύνσεις. Διαπιστώθηκε ότι μια αρκετά μεγάλη σε έκταση περιοχή οριζόταν και στις τέσσερις της πλευρές από τοίχους που είχαν μέσο όρο πλάτους 2.50 μ. Επιπλέον διερευνήθηκε ένας διάδρομος που οδηγεί στην έπαλξη μέσω δύο μεγάλων σκαλοπατιών. Φάνηκε ότι ο διάδρομος αυτός σχετίζεται με ένα σκληρό δάπεδο αποτελούμενο από χαλίκια και κονίαμα από πηλό ενώ στην επιφάνεια αυτή βρέθηκαν πεσμένες πέτρες.
Κατά τη φετινή χρονιά ανασκάφηκαν 27 διερευνητικές τομές ούτως ώστε να ελεγχθούν τα περσινά αποτελέσματα αλλά και να διαπιστωθεί κατά πόσο ο συνδυασμός των τοίχων, με τους χώρους και τα άλλα αρχιτεκτονικά στοιχεία υποδηλώνουν κάποια λογική στο σχεδιασμό των χώρων. Επιπλέον, επιχειρήθηκε να εξακριβωθεί η σχέση του Τοίχου 37 με τους υπόλοιπους τοίχους. Η πιθανότητα να ανήκουν οι τοίχοι αυτοί στην ίδια περίοδο είναι πολύ μικρή αφού ο Τοίχος 37 χωρίζει την Περιοχή XVI σε ανατολικό και δυτικό τμήμα ενώ δεν υπάρχουν ανοίγματα μεταξύ των δύο αυτών τμημάτων.
Οι έρευνες του 2009 έδειξαν ότι ο Τοίχος 37 από τη μία, και οι Τοίχοι 53,47,56 και 51 από την άλλη, ανήκουν σε διαφορετικές χρονολογικές περιόδους. Διαπιστώθηκε ότι ο Τοίχος 37 κτίστηκε σε μεταγενέστερο στάδιο για να αντικαταστήσει τους τοίχους που όριζαν την περιοχή στο πιο χαμηλό επίπεδο. Έτσι υπάρχουν τοίχοι σε δύο διαφορετικά επίπεδα: τέσσερις τοίχοι περιβάλλουν την περιοχή στις τέσσερίς της πλευρές και ένας πέμπτος τοίχος με κατεύθυνση βορρά-νότο προστατεύει την περιοχή στα ανατολικά, στην πλευρά του Κούρρη ποταμού. Το επίπεδο του διαδρόμου που είχε ανασκαφεί το 2008 αποδείχθηκε να είναι αρκετά πιο ψηλό από αυτό του Τοίχου 37 και έτσι ο διάδρομος ανήκει σε κάποια μεταγενέστερη αρχιτεκτονική φάση.
Τα κεραμικά θραύσματα που βρέθηκαν στα Στρώματα 6,7,8,9 και 12 είναι όλα μη διαγνωστικά. Ένα θραύσμα πίθου της Ύστερης Εποχής του Χαλκού βρέθηκε στο Στρώμα 8 της Τομής 7 ενώ στα Στρώματα 1-5 τα υστερότερα θραύσματα ανήκουν στη Ρωμαϊκή περίοδο. Οι τοίχοι, λόγω του μεγέθους τους φαίνεται ότι έχουν οχυρωματικό χαρακτήρα ενώ το πλησιέστερο παράδειγμα από αρχιτεκτονικής άποψης είναι το φρούριο της Νιτοβίκλας στην Καρπασία που χρονολογείται στη Ύστερη Εποχή του Χαλκού Ι-ΙΙΒ και που ανασκάφηκε από τη Σουηδική Αποστολή το 1929.
Τέλος, διεξήχθη αρχαιολογική επισκόπηση τριών τεμαχίων, ένα πάνω στο λόφο της Παμπούλας και δύο στα ανατολικά της περιοχής της ανασκαφής. Η κεραμική που συλλέχθηκε χρονολογείται από την Ύστερη Εποχή του Χαλκού μέχρι τη Ρωμαϊκή και Μεσαιωνική περίοδο με τα μεγαλύτερα ποσοστά να ανήκουν στη Ρωμαϊκή και Αρχαϊκή περίοδο.
23. Αρχαιολογικές έρευνες στην κοιλάδα του ποταμού Κούρη
(Πανεπιστήμια Φλωρεντίας, Κιέτι και Πεσκάρας)
Το Τμήμα Αρχαιοτήτων ανακοινώνει τα αποτελέσματα του προγράμματος ερευνών έτους 2008 των Πανεπιστημίων της Φλωρεντίας, Κιέτι και Πεσκάρας στην Κοιλάδα του Ποταμού Κούρη. Τα αποτελέσματα ήσαν ενδιαφέροντα και επιβεβαίωσαν τις υποθέσεις που είχαν διατυπωθεί στην έκθεση του 2007. Επιπλέον άνοιξαν νέους ορίζοντες εργασίας για το προσεχές μέλλον. Η έρευνα εδάφους άρχισε στις 11 Σεπτεμβρίου και ολοκληρώθηκε την 4η Οκτωβρίου του 2008.
1. Επιφανειακή έρευνα
Ολοκληρώθηκε η επισκόπηση της δυτικής όχθης της κοιλάδας του ποταμού Κούρη. Η εικόνα είναι διαφορετική από αυτήν της ανατολικής όχθης, καθότι τα μόνα σχετικά ευρήματα της Ελληνορωμαϊκής περιόδου περιορίζονται στα χαμηλά επίπεδα της κοιλάδας στα νότια. Η μορφολογία του εδάφους (απότομες πλαγιές από το φράγμα μέχρι τις διαμορφωμένες κατά την ρωμαϊκή περίοδο πεδιάδες), είχε πιθανότατα επιβάλει μετακίνηση ανθρώπων από τα βόρεια προς τα νότια, κατά μήκος του ποταμού. Θα μπορούσε δηλαδή να υποτεθεί ότι, κατά τη δεύτερη χιλιετία π.Χ. ο δρόμος που συνέδεε την περιοχή της Άλασσας ή και άλλους οικισμούς των υψιπέδων της ενδοχώρας, που βρίσκονταν γύρω από το ποτάμι, με την ακτή, βρισκόταν κατά μήκος της ανατολικής όχθης του ποταμού. Αυτό το πεδίο εργασίας θα αναλυθεί σε βάθος στο μέλλον με την περισυλλογή περισσότερων δεδομένων.
Επανεξετάστηκε επίσης περιοχή στην ανατολική πλευρά του ποταμού, όπου είχε υποτεθεί η ύπαρξη μίας αγροτικής εγκατάστασης της Πρώϊμης και Μέσης Εποχής του Χαλκού από την υψηλή ποσότητα διάσπαρτης ερυθροστιλβωτής κεραμικής. Η εικασία αυτή έχει ενισχυθεί και από το αποτέλεσμα γεωφυσικής έρευνας με Μαγνητόμετρο.
Έχουν επίσης εντοπιστεί κάποιοι τάφοι αμφίβολου χρονολόγησης, ενώ έχουν περισυλλεχθεί δείγματα απολιθωμάτων και άλλου γεωλογικού υλικού.
Επιπλέον έχουν γίνει ταυτίσεις πηλών από διαφορετικές κατηγορίες κεραμικής, που περισυλλέχθηκαν, τόσο κατά τη διάρκεια των επιφανειακών ερευνών, όσο και των ανασκαφών. Οι έρευνες αυτές στόχο έχουν την αναζήτηση των πηγών προέλευσης της κεραμικής, καθώς και τη χημική και ορυκτολογική τους σύνθεση.
Γίνεται ακόμα καταγραφή και ετυμολογική ανάλυση των τοπωνυμίων της κοιλάδας για τον σχηματισμό της από γλωσσολογικής πλευράς εικόνας του χώρου, με βασικό σημείο αναφοράς το τοπωνύμιο Αλασίυα καθώς και ονομάτων της προφορικής παράδοσης.
2. Οι αρχαιολογικές τομές
Η ανασκαφική έρευνα επικεντρώθηκε στο βορειότερο σημείο της περυσινής επισκόπησης της ανατολικής πλευράς του ποταμού Κούρη. Έχουν γίνει τέσσερεις τομές, τόσο στην κορυφή του λόφου, όσο και σε χαμηλότερα υψίπεδα. Οι ανασκαφές έδωσαν ενδείξεις, κυρίως κεραμικό υλικό, για την ύπαρξη κατασκευών της Πρώϊμης και Μέσης Εποχής του Χαλκού. Η παρουσία της ερυθροστιλβωτής κεραμικής ήταν έντονη σε όλες τις τομές. Διαπιστώθηκε ακόμα η ύπαρξη ενός σύνθετου συστήματος κυκλικού περιβόλου/τείχους. Οι τομές έδειξαν δύο φάσεις, εκ των οποίων η πρώτη της Εποχής του Χαλκού με ερυθροστιλβωτή κεραμική και η δεύτερη της Ελληνορωμαϊκής περιόδου. Για τη γραφική αποκατάσταση των κτισμάτων αυτών έγινε λεπτομερής αποτύπωση τοπογραφική, με θεοδόλιχο και με αεροφωτογραμμετρία.
Μία μεγαλύτερη τομή στην κορυφή του λόφου υπέδειξε την ύπαρξη ενός μεγάλου εργαστηριακού χώρου, προορισμένου για την επεξεργασία δερμάτων ή υφασμάτων, με την οποίαν συνδέονται επικοινωνούσες λαξευτές στο έδαφος λεκάνες και αγωγοί, καθώς και αριθμός αγνύθων (δηλ. κεφαλών αδραχτιού) και υφαντικών βαριδίων. Στο τρίτο χαμηλότερο υψίπεδο, έχουν ανασκαφεί τρεις λαξευτοί τάφοι. Ανάμεσα στα κτερίσματά τους συγκαταλέγεται αριθμός αγγείων ποικίλων σχημάτων της ερυθρής στιλβωτής κεραμικής, καθώς και μικρά αντικείμενα (διακοσμημένες αγνύθες, δισκία/κοσμήματα από πικρολίτη). Η ομοιογένεια των ευρημάτων, τόσο του εργαστηρίου, όσο και των τάφων υποδεικνύει ότι αυτά αποτελούν τον εξοπλισμό ενός εργαστηρίου μίας μόνο τεχνικής εξειδίκευσης. Η ανθρωπολογική ανάλυση του οστεολογικού υλικού από τους πιο πάνω τάφους υπέδειξε ότι σε έναν από αυτούς είχε γίνει ένας πολλαπλός ενταφιασμός, (ανδρός, γυναικός και παιδιού μαζί) και σε έναν δεύτερο ένας μεμονωμένος ενταφιασμός γυναικός.
24. Αρχαιολογική έρευνα στην τοποθεσία Μαυροράχη στον Πύργο Λεμεσού
Το Τμήμα Αρχαιοτήτων ανακοινώνει ότι έληξε η πρώτη φετινή περίοδος ανασκαφών στην τοποθεσία Μαυροράχη στον Πύργο Λεμεσού. Από το 1998, η αρχαιολογική αποστολή του Ιταλικού Εθνικού Συμβουλίου Ερευνών στον Πύργο χρηματοδοτείται από το Υπουργείο Εξωτερικών της Ιταλίας, την Πολιτιστική Ένωση Tuscia Cultura, το Κέντρο Πειραματικής Αρχαιολογίας της Blera Italia και το Κοινοτικό Συμβούλιο Πύργου.
Οι αρχαιολογικές ανασκαφές έφεραν στο φως ένα αρχιτεκτονικό σύμπλεγμα περίπου 2000 τετραγωνικών μέτρων, που καταστράφηκε από σεισμό γύρω στα 1800 π.Χ., στα τέλη της Μέσης ΙΙ Κυπριακής Χαλκοκρατίας. Γεωφυσικές έρευνες έχουν δείξει πως τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα σε αυτό τον χώρο μπορεί να εκτείνονται ως και 4000 τετραγωνικα μέτρα. Στα βαθύτερα στρώματα της ανασκαφής βρέθηκαν ευρήματα που αποδεικνύουν πως ο χώρος βρισκόταν σε χρήση από τα πιο πρώιμα στάδια της Πρώιμης Κυπριακής Χαλκοκρατίας (2400-2000 π.Χ.). Ιδιαίτερης σημασίας είναι η ανακάλυψη μιας ζώνης εργαστηρίων για παραγωγή ελαιολάδου. Χρησιμοποιήθηκε επίσης για την επεξεργασία χαλκού, την παραγωγή ορειχάλκινων αντικειμένων, την παρασκευή αρωμάτων και φαρμάκων, τη βαφή υφασμάτων με φυτικές βαφές και την ύφανση τους. Βρέθηκε επίσης ένα ξεχωριστό δωμάτιο με ειδικό εξοπλισμό για παραγωγή κρασιού, για χρήση σε φάρμακα και αρώματα. Τα διάφορα δωμάτια στα οποία ελάμβαναν μέρος οι διάφορες δραστηριότητες επικοινωνούσαν μεταξύ τους. Ο χώρος αυτός είναι σημαντικός γιατί τα στρώματα χρήσης θάφτηκαν ως είχαν, από τους τοίχους που κατάρρευσαν στη διάρκεια ενός σεισμού. Αυτά τα δεδομένα επιτρέπουν να κατανοήσουμε τις διαδικασίες της μεταλλουργίας, της γεωργίας, της παραγωγής υφασμάτων και φαρμάκων, με τη βοήθεια της αρχαιολογίας, της αρχαιομετρίας, της παλαιοβοτανολογίας, της παλαιοζωολογίας και της εθνοαρχαιολογίας.
Κατά τη διάρκεια του 2008 ένα δεύτερο κτίριο αποκαλύφθηκε στα νότια της εργαστηριακής ζώνης. Πρόκειται για μια μοναδική κατασκευή δύο δωματίων διαρρυθμισμένων σε έναν τριγωνικό χώρο (12×12×24 μέτρα με γωνίες 90º/45º/45º). Όπως και το προηγούμενο κτίριο και αυτό καταστράφηκε από σεισμό γύρω στα 1800 π.Χ. Η ανασκαφέας πρότεινε πως το κτίριο αυτό είναι ιερό με βωμό, που περιβαλλόταν στις δύο πλευρές από κανάλι. Το κανάλι, που ήταν κατασκευασμένο από βότσαλα και επιχρισμένο στις πλευρές, πιθανόν να χρησίμευε για την απορροή του αίματος των σφάγιων. Στη βόρεια πλευρά του βωμού ένας τετράγωνος λάκκος ήταν η πηγή του νερού για τις θυσίες. Σύμφωνα με την ανασκαφέα, η λατρευτική χρήση υποστηρίζεται από άφθονα ευρήματα, όχι μόνο κεραμική, που περιλαμβάνουν τέσσερα ασβεστολιθικά κέρατα διαφόρων μεγεθών και τα οστά ζώων, κυρίως κρανίων βοδιών και κριαριών. Η τριγωνική κατασκευή φαίνεται να ανήκει στο τελευταίο επεισόδιο χρήσης του χώρου, που με βάση την κεραμική χρονολογείται στη Μέση ΙΙ Εποχή του Χαλκού.
Όσον αφορά ιστορικά παράλληλα, βωμοί με κανάλι για την απορροή των υγρών της θυσίας περιγράφονται στη Βίβλο σε ιερά που όμως δεν είναι τριγωνικά. Το τριγωνικό σχήμα της κατασκευής στον Πύργο είναι μοναδικό και φαίνεται να αναπαράγει το τριγωνικό σχήμα μιας μικρότερης κατασκευής στο κυρίως κτίριο που είχε ανασκαφεί προηγουμένως. Αυτή η μικρότερη τριγωνική κατασκευή μπορεί να ανήκει σε ένα ιερό που χρονολογείται στην Πρώιμη Εποχή του Χαλκού, αφού η θεμελίωση του βρέθηκε σε μεγαλύτερο βάθος. Στο μέσο της μικρής τριγωνικής κατασκευής, μια μεγάλη τρύπα που περιβάλλεται από διπλή σειρά λίθων ίσως να είναι η θέση όπου στεκόταν ένας πίθος που βρέθηκε σε κομμάτια εκεί γύρω. Τα κομμάτια ενός δεύτερου πίθου στα νότια του βωμού βρέθηκαν μαζί με τμήμα ενός σπάνιου τετράποδου αγγείου του Ερυθροστιλβωτού ρυθμού. Δύο χάλκινα ενώτια που χρονολογούνται στη Φάση της Φιλιάς, άλλα περίαπτα από όστρακα και άφθονα θραύσματα αγγείων με επίπεδες βάσεις, όλα χαρακτηριστικά της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού, βρέθηκαν στα βαθύτερα στρώματα πιστοποιώντας πως το κτίριο είναι μια από τις αρχαιότερες κατασκευές στον χώρο αυτό. Η χωροθέτηση αυτού του ιερού κοντά στον περίβολο που θα χρησιμοποιείτο για εργασίες μεταλλουργίας συγκρίνεται από την ανασκαφέα με τη μεταγενέστερη παράδοση της Ύστερης Εποχής του Χαλκού, όπου χώροι λατρείας τοποθετούνται κοντά σε εργαστηριακούς χώρους μεταλλοτεχνίας (Μύρτου Πηγάδες, Κίτιον, Αθηένου, Έγκωμη).
25. Ανασκαφή πηγαδιού της Νεολιθικής περιόδου, Κισσόνεργα, Πάφος,
Μάιος - Ιούνιος 2009
Το Τμήμα Αρχαιοτήτων και το Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, κατά την περίοδο μεταξύ 7 Μαΐου και 4 Ιουνίου 2009, προχώρησαν στη διερεύνηση ενός καταχωμένου φρέατος, το οποίο αποκαλύφθηκε από μηχανικό εκσκαφέα κατά τη διάρκεια κατασκευαστικών εργασιών. Το φρεάτιο αποκαλύφθηκε σε τεμάχιο δίπλα από τον κύριο παραλιακό δρόμο της Κισσόνεργας, στην Επαρχία Πάφου. Το φρεάτιο, ήταν κυλινδρικής διατομής, 75 εκατοστά σε διάμετρο και διατηρείτο σε βάθος 5 μέτρων κάτω από την επιφάνεια του φυσικού εδάφους από χαβάρα. Στην ανατολική και δυτική πλευρά του φρέατος είχαν λαξευθεί αρκετές μικρές κοιλότητες, ούτως ώστε να παρέχουν στήριξη στα χέρια και πόδια των ανθρώπων που έσκαψαν αρχικά το πηγάδι, καθώς αναρριχούνταν μέσα και έξω από αυτό. Στη βάση του φρέατος υπήρχαν αρκετά μικρά φυσικά αυλάκια εντός του φυσικού εδάφους, μέσω των οποίων διοχετευόταν το νερό, επιβεβαιώνοντας ότι το φρεάτιο ήταν πηγάδι άντλησης νερού. Το νερό, ενδεχομένως θα αφαιρείτο με τη χρήση κάποιου κάδου, πιθανόν κατασκευασμένου από δέρμα, δεμένου με σχοινί.
Νεολιθικό πηγάδι, Κισσόνεργα, Πάφος
Όταν εγκαταλείφθηκε η χρήση του πηγαδιού, ως πηγής νερού, αυτό επιχώθηκε. Κατά τη διάρκεια της κατάχωσης του, διάφορα αντικείμενα είτε έπεσαν εντός του πηγαδιού είτε ρίχθηκαν επίτηδες είτε τοποθετήθηκαν εκεί από τους ανθρώπους. Ανάμεσα σε αυτά τα αντικείμενα περιλαμβάνονται ζωικά οστά (αιγοπροβάτων, χοίρου και ελαφιού), επεξεργασμένος πυριτόλιθος, μερικές λίθινες χάντρες και περίαπτα, και θραύσματα σπασμένων λίθινων αγγείων τυπικών της Πρώιμης (Ακεραμεικής) Νεολιθικής περιόδου στην Κύπρο, προτού διαδοθεί η χρήση της κεραμεικής. Στο μέσο περίπου του φρέατος βρέθηκε σε κακή κατάσταση ο σκελετός μιας νεαρής γυναίκας, που δυστυχώς δεν θα μπορέσουμε ποτέ να μάθουμε κάτω από ποιες συνθήκες βρέθηκε εκεί.
Στη βάση περίπου του πηγαδιού, βρέθηκαν ένα άθικτο μικρό κύπελλο τραχείας κατασκευής και μια λεκάνη πολύ καλύτερης ποιότητας κατασκευής, η οποία προφανώς είχε σπάσει όταν έπεσε ή όταν ρίχθηκε μέσα στο πηγάδι. Και τα δύο αγγεία ήταν κατασκευασμένα από ασβεστόλιθο, και πιθανόν χρησιμοποιούνταν γύρω από το στόμιο του πηγαδιού. Αυτά και άλλα ευρήματα που ήρθαν στο φώς, χρονολογούν το πηγάδι στην ίδια περίπου χρονική περίοδο με άλλα έξι πηγάδια τα οποία ανασκαφήκαν παλιότερα στην περιοχή, από την ομάδα του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου. Η χρονολόγηση με άνθρακα 14, υποδεικνύει ότι αυτά τα πηγάδια είναι ηλικίας 9,000 με 10,500 χρόνων, γεγονός το οποίο τα τοποθετεί ανάμεσα στα πρωϊμότερα γνωστά πηγάδια νερού στον κόσμο.
26. Ανασκαφές στη θέση Πραστειό -Μεσόροτσος, Πανεπιστήμιο Εδιμβούργου, 2009
(Υπεύθυνος έρευνας: Δρ. Andrew McCarthy)
Το Τμήμα Αρχαιοτήτων ανακοινώνει τη λήξη ανασκαφικής περιόδου διάρκειας από 22 Ιουνίου-30 Ιουλίου στη θέση Πραστειό-Μεσόροτσος (Επαρχία Πάφου) όπου διερευνήθηκαν από ομάδα του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου, στρωματογραφημένα κατάλοιπα των περιόδων της Νεολιθικής, Χαλκολιθικής, Εποχής του Χαλκού, Εποχής του Σιδήρου και της Μεσαιωνικής περιόδου. Η ανασκαφή έγινε σε οκτώ σημεία σε μια περιοχή 10 εκταρίων. Ανασκάφηκαν συνολικά 100μ2 και αποκαλύφθηκαν αρχιτεκτονικά κατάλοιπα από διάφορες χρονολογικές περιόδους.
Η πρώτη αυτή ανασκαφική περίοδος επαναβεβαίωσε το βάθος της στρωματογραφίας, περίπου 1.5μ. και υπέδειξε ότι η έρευνα θα διαφωτίσει μια σειρά κοινωνικών αλλαγών που επιτελέστηκαν π.χ. στην μετάβαση από τη Νεολιθική στη Χαλκολιθική περίοδο. Ιδιαίτερα ενθαρρυντική ήταν η ανεύρεση αρχιτεκτονικής που χρονολογείται στη Μέση Εποχή του Χαλκού, στον ίδιο χώρο όπου βρέθηκε υλικό της Ύστερης Χαλκολιθικής και Πρώϊμης Εποχής του Χαλκού. Ενδεχομένως το αποτέλεσμα της έρευνας θα περιλαμβάνει μια στρωματογραφημένη διαδοχή αυτών των σημαντικών περιόδων. Εξίσου σημαντική είναι η φαινομενική τουλάχιστον εγκατάλειψη του χώρου στη Μέση Εποχή του Χαλκού ΙΙΙ, η οποία συμπίπτει με την ανερχόμενης σημασίας θέση της Παλαιπάφου ως ένα περιφερειακό κέντρο της δυτικής Κύπρου. Η χρονολόγηση της εγκατάλειψης της θέσης Πραστειό-Μεσόροτσος μπορεί να βοηθήσει στο να κατανοήσουμε γιατί η Παλαίπαφος κατέστη τόσο σημαντικός χώρος στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού.
Μετά την επεισοδιακή λήξη της Ύστερης Εποχής του Χαλκού η οίκηση στη θέση αυτή συνέχισε μέχρι πρόσφατα, όπως μαρτυρούν κατάλοιπα από τη Μεσαιωνική περίοδο και ένα μεγάλο αλώνι. Η μελλοντική συνέχιση της ανασκαφής θα αποδώσει σημαντικές πληροφορίες γύρω από τις κοινωνικές αλλαγές διαχρονικά και τις αλλαγές της ζωής των κατοίκων στη δυτική Κύπρο.
27. Ανασκαφές του Πανεπιστημίου Φλωρεντίας (Universitá degli studi de Firenze) στη θέση Ερήμη - Λαόνιν του Ποράκου, 2009
(Υπεύθυνος Ανασκαφής: Δρ. Luca Bombardieri)
Το Τμήμα Αρχαιοτήτων ανακοινώνει την ολοκλήρωση των ανασκαφών του Πανεπιστημίου της Φλωρεντίας (Dipartmento di Scienze dell’ ‘Antichita’ “G. Pasquali”), οι οποίες διεξήχθησαν από τις 17 Αυγούστου μέχρι τις 8 Σεπτεμβρίου 2009 υπό τη διεύθυνση του Δρος. Luca Bombardieri. Στην ανασκαφική έρευνα συμμετείχαν αρχαιολόγοι, σχεδιαστές και τοπογράφοι από το Πανεπιστήμιο Φλωρεντίας, Τορίνου και Κιέττη (Chietti) και δύο συντηρητές από το Soprintendenza Beni Archeologici.
Ο χώρος είχε αναγνωριστεί ως αρχαιολογική θέση το 2007 κατά τη διάρκεια επισκόπησης της κοιλάδας του ποταμού Κούρρη. Η αρχαιολογική αυτή επισκόπηση στόχευε στο να διερευνηθούν ζητήματα όπως η χρήση της γης κατά την αρχαιότητα αλλά και γενικότερα η ανθρώπινη παρουσία στο χώρο της κοιλάδας ανά τους αιώνες. Η έρευνα του 2007-2008 συνέδεσε τη μελέτη του επιφανειακού υλικού που συλλέχθηκε, με τη χαρτογραφική ανάλυση της περιοχής με δορυφορικές φωτογραφίες και αεροφωτογραφίες με το σύστημα Multilayers GIS-System. Συνολικά εντοπίστηκαν 14 θέσεις που χρονολογούνται από τη Μέση Εποχή του Χαλκού μέχρι και τα Βυζαντινά και Μεσαιωνικά χρόνια. Τα τελικά συμπεράσματα που αφορούν τη χρονολόγηση των θέσεων δείχνουν ότι υπήρχε μια σχετική συνέχεια στην κατοίκηση της περιοχής αλλά και μια ενδιαφέρουσα ανάπτυξη των σχέσεων μεταξύ των θέσεων της κοιλάδας (οικισμοί, νεκροταφεία, θέσεις που ελέγχουν τόσο τον ποταμό όσο και το οδικό δίκτυο εντός της κοιλάδας).
Κατά το έτος 2008 έγινε διεξοδική έρευνα σε μια από τις θέσεις που είχαν εντοπιστεί. Η θέση αυτή φέρει την ονομασία Ερήμη-Λαόνιν του Πόρακου και βρίσκεται στην ανατολική πλαγιά της κοιλάδας σε ένα ψηλό πλάτωμα που βλέπει προς νότο, προς το σύγχρονο φράγμα του Κούρρη, μεταξύ των χωριών Ύψωνας και Ερήμη. Από τη θέση αυτή φαίνεται καθαρά ο ποταμός αλλά και η θαλάσσια ακτή, γεγονός που υποδηλώνει ότι ίσως ο χώρος αυτός να λειτουργούσε ως παρατηρητήριο και σημείο ελέγχου του οδικού συστήματος που υπήρχε εντός της κοιλάδας. Η έρευνα στη θέση αυτή κατέγραψε ένα διπλό κυκλικό τείχος που περιέβαλλε τον οικισμό, αλλά και σειρά από ράμπες και εισόδους. Η θέση αυτή είχε πιθανόν δύο φάσεις κατοίκησης. Η πρώτη και πιο σχετική φάση ξεκινά από τη Μέση Εποχή του Χαλκού και φθάνει μέχρι την Ύστερη Εποχή του Χαλκού Ι. Η δεύτερη φάση κατοίκησης του οικισμού ξεκινά μετά από ένα μεγάλο κενό, κατά το οποίο πιθανόν να κτίστηκε το εξωτερικό τμήμα του τείχους, κατά την ύστερη Ελληνιστική και Ρωμαϊκή περίοδο.
Κατά τη φετινή χρονιά η έρευνα επικεντρώθηκε σε τρεις περιοχές: Περιοχή Α, Β και Ε:
1) Η κορυφή του λόφου (Περιοχή Α) περιλαμβάνει αποκλειστικά έναν εργαστηριακό χώρο ο οποίος συνδεόταν με αποθηκευτικό χώρο. Η επιφάνεια εργασίας είχε δημιουργηθεί με την προσεκτική λείανση του φυσικού ασβεστολιθικού βράχου. Στο χώρο αυτό (12,5 Χ 15 μ.) έχει ανακαλυφθεί ένα πολύ ενδιαφέρον εργαστήρι με μια σειρά από βαθιές λαξευμένες λεκάνες που συνδέονται μεταξύ τους με ένα σύστημα καναλιών. Στα νότια του εργαστηρίου βρίσκεται ένας μεγάλος αποθηκευτικός χώρος (27 μ²) ο οποίος χωρίζεται σε δύο δωμάτια και εκτείνεται έξω από τα όρια της ανασκαφικής περιοχής. Στο χώρο αυτό έχουν προσδιοριστεί δύο φάσεις χρήσης του χώρου (Φάση Α και Β). Στο κεντρικό τμήμα της αποθήκης βρέθηκε μεγάλος αριθμός αγγείων κάτω από τις πεσμένες πέτρες και τους διαλυμένους πλίνθους. Κατά τη Φάση Α ο χώρος αυτός περιείχε τέσσερις μεγάλους πίθους οι οποίοι είχαν σφηνωθεί στο δάπεδο με λίθους να τους ορίζουν. Δίπλα από τους πίθους βρέθηκαν, πεσμένα στο δάπεδο, πιο μικρά αγγεία: κύπελλα, οινοχόες και μεσαίου μεγέθους στάμνοι. Πιθανόν τα αγγεία αυτά να χρησιμοποιούνταν για να αφαιρούνται ή να προστίθενται ουσίες μέσα στους μεγάλους πίθους (όπως φαίνεται και με την οινοχόη που βρέθηκε σπασμένη στον πυθμένα ενός πίθου). Κάτω από το δάπεδο του αποθηκευτικού δωματίου ανακαλύφθηκε ακόμη ένα στρώμα καύσης το οποίο υποδηλώνει μια πρωιμότερη φάση χρήσης του κτιρίου. Στο δεύτερο αυτό στρώμα βρέθηκε μεγάλη ποσότητα θρυμματισμένων αγγείων. Γενικά, η κεραμική που συσχετίζεται με το χώρο του εργαστηρίου φανερώνει την παραγωγή της Ερυθροστιλβωτής κεραμικής της Μέσης Εποχής του Χαλκού.
2) Η περιοχή ακριβώς κάτω από την κορυφή του λόφου (Περιοχή Β) θα πρέπει να λειτουργούσε ως οικιστική. Η έρευνα κάλυψε μια έκταση 19 μ² και αποκαλύφθηκαν τα λίθινα θεμέλια ενός κτιρίου. Πάνω στο δάπεδο του κτιρίου αυτού εντοπίστηκε μια εστία και ανάμεσα στα ερείπιά του υπήρχε Ερυθροστιλβωτή κεραμική η οποία όμως διαφέρει τυπολογικά από αυτήν που βρέθηκε στην Περιοχή Α. Στα σύνολα κεραμικής εδώ, υπερισχύουν τα μικρότερα είδη αγγείων που χρησιμοποιούνταν για την κατανάλωση φαγητού (κυρίως κύπελλα και μικροί στάμνοι), γεγονός που υποστηρίζει την υπόθεση ότι η Περιοχή Β ήταν οικιστική. Ένα κεραμικό όστρακο από οινοχόη που βρέθηκε εντοιχισμένο σε τοίχο φέρει ένα εγχάρακτο σύμβολο πιθανόν της Κύπρο-Μινωικής Γραφής.
3) Το μικρό νεκροταφείο (Περιοχή Ε) βρέθηκε εκτός του κυκλικού τείχους. Κατά τις έρευνες του 2008 είχαν αποκαλυφθεί και ανασκαφεί τρεις λαξευτοί τάφοι με μικρούς δρόμους. Κατά τη φετινή χρονιά βρέθηκαν άλλοι δύο ασύλητοι τάφοι που βρίσκονται κατά μήκος ενός χαμηλότερου ασβεστολιθικού αναβαθμού στα νότια του σημερινού δρόμου. Οι τάφοι αυτοί δεν έχουν δρόμο αλλά ο θάλαμος είναι λαξευμένος κατευθείαν στο φυσικό ασβεστολιθικό βράχο. Στον έναν εκ των δύο βρέθηκε θαμμένος ένας ενήλικας ενώ στο μικρότερο πρέπει να ήταν θαμμένο ένα παιδί. Στο μεγαλύτερο υπήρχαν 12 σχεδόν ακέραια αγγεία, τυπικά δείγματα της Ερυθροστιλβωτής κεραμικής. Επίσης ανάμεσα στα κτερίσματα υπήρχαν και 7 πήλινα σφονδύλια με εγχάρακτη κόσμηση και δύο εγχάρακτοι δίσκοι από πικρόλιθο. Ο μικρότερος τάφος περιείχε παρόμοια είδη αγγείων αλλά δεν βρέθηκαν σε αυτόν σφονδύλια ούτε δίσκοι από πικρόλιθο.
Ερήμη- Λαόνιν του Ποράκου: Περιοχή Ε, Τάφος με κτερίσματα
28. Ανασκαφές στη Νεολιθική θέση Αγία Βαρβάρα- Ασπρόκρεμνος, 2009
(Υπεύθυνη ανασκαφής: Δρ. Carole McCartney )
Το Τμήμα Αρχαιοτήτων, ανακοινώνει τη λήξη της τέταρτης περιόδου αρχαιολογικής έρευνας στη θέση Αγία Βαρβάρα-Ασπρόκρεμνος κάτω από τη διεύθυνση της Δρος. Carole McCartney και με τη στήριξη του Πανεπιστημίου Κύπρου. Οι φετινές έρευνες διεξήχθησαν μέσα στα πλαίσια του προγράμματος ΕΕNC (Elaborating Early Neolithic Cyprus), μιας διεθνούς συνεργασίας μεταξύ του Πανεπιστημίου Κύπρου, του Πανεπιστημίου Cornell και του Πανεπιστημίου Trent. Το πρόγραμμα επικεντρώνεται στην ανασκαφή και την επισκόπηση θέσεων που χρονολογούνται στην πρώιμη προϊστορική περίοδο των αρχών της Ολόκενου περιόδου, κατά την οποία σημειώθηκε στη Μέση Ανατολή η μετάβαση από την οικονομία των κυνηγών στην οικονομία των γεωργών. Οι φετινές έρευνες αποκάλυψαν την πρωιμότερη μέχρι στιγμής κτιστή κατασκευή η οποία χρονολογείται στη Νεολιθική περίοδο της Κύπρου.
Η θέση Αγία Βαρβάρα-Ασπρόκρεμνος είναι η πρώτη χρονολογημένη θέση που παρουσιάζει στοιχεία για την κατοίκηση της Κύπρου κατά τη διάρκεια της πρώτης φάσης της Νεολιθικής περιόδου ή της Προ-κεραμικής Νεολιθικής Α όπως είναι αλλού γνωστή. Η πολύ πρώιμη αυτή φάση στον Ασπρόκρεμνο, χρονολογείται με ραδιοχρονολόγηση μεταξύ του 8,800 – 8,600 π.Χ. cal., δηλαδή 400-600 περίπου χρόνια πριν από οποιαδήποτε άλλη γνωστή Νεολιθική θέση στην Κύπρο.
Οι φετινές ανασκαφές έφεραν στο φως δραστηριότητες που σχετίζονται με την κατασκευή λίθινων εργαλείων, περιλαμβανομένων και περίτεχνων αιχμών από βέλη και μεγάλη ποικιλία λειασμένων λίθινων εργαλείων που χρησιμοποιούνταν για την επεξεργασία ώχρας και πιθανότατα και φυτών. Εξαιρετικής σημασίας ήταν η ανακάλυψη ενός αξιόλογου καμπυλόσχημου ημιυπόγειου κτίσματος που βρίσκεται στο νότιο άκρο της θέσης. Το κτίσμα αυτό, που λαξεύτηκε μέσα στην επανατοποθετημένη χαβάρα, η οποία αποτελεί το υπόστρωμα των Νεολιθικών στρωμάτων, έχει κατεύθυνση βορρά-νότο, είναι κτισμένο κατά μήκος της πλαγιάς που απλώνεται με κατεύθυνση ανατολή-δύση και εκτείνεται για πάνω από 5 μέτρα σε μήκος. Οι ευθύγραμμοι τοίχοι της κατασκευής φθάνουν μέχρι το δάπεδο, που είναι κατασκευασμένο από πατημένο χώμα. Βρέθηκαν αρκετά αντικείμενα που συνδέονται με το δάπεδο αυτό μεταξύ των οποίων ένα μεγάλο ημισφαιρικό λίθινο τριβείο και δύο λίθινα αγγεία ένα εκ των οποίων είχε διαμελιστεί επί τόπου κατά την αρχαιότητα, όταν το κτίσμα καταστράφηκε από πυρκαγιά και όλο του το περιεχόμενο είχε καλυφθεί. Πέρα από τα μοναδικά αυτά λίθινα αντικείμενα, ο αριθμός των λίθινων εργαλείων όπως τριβεία και τριπτήρες υποδηλώνει τον οικιακό χαρακτήρα του εξοπλισμού, ο οποίος παρέμεινε μέσα στο κτίσμα μετά την εγκατάλειψή του. Το σύνολο αυτό συμπληρώνεται με ένα περίτεχνα σκαλισμένο ανθρώπινο ειδώλιο, που είχε τοποθετηθεί μέσα στο καμένο πορτοκαλί χώμα που ενταφίασε το χώρο. Το ειδώλιο αυτό, που αποτελεί την πρωιμότερη ανθρώπινη αναπαράσταση που βρέθηκε μέχρι στιγμής στην Κύπρο, σηματοδοτεί το τέλος μιας περίπλοκης φάσης εγκατάλειψης του ιδιαίτερα σημαντικού αυτού κτίσματος, αν και η υπόλοιπη θέση διατηρεί ακόμη δύο τουλάχιστον φάσεις κατοίκησης.
Ο χαρακτήρας του κτίσματος αλλά και τα μοναδικά ευρήματα που σχετίζονται με αυτό, αποτελούν σημαντικά παράλληλα με άλλες θέσεις της Πρώιμης Νεολιθικής στη Μέση Ανατολή, και ρίχνουν φως στους σημαντικούς δεσμούς μεταξύ Κύπρου και Μέσης Ανατολής κατά την 9η χιλιετηρίδα π.Χ. Τέλος, αποτελούν σημαντικά στοιχεία για την εξέλιξη της Νεολιθικής περιόδου τόσο στην Κύπρο όσο και στη Μέση Ανατολή.
Λίθινο ειδώλιο από τις ανασκαφές στη
θέση Αγία Βαρβάρα-Ασπρόκρεμνος
29. Ανασκαφή στην τοποθεσία 'Αυλή' στον Πάνω Πύργο Τηλλυρίας, 2009
(Υπεύθυνος Ανασκαφής: Στυλιανός Περδίκης)
Το Τμήμα Αρχαιοτήτων ανακοινώνει την ολοκλήρωση της δεύτερης φάσης της ανασκαφικής έρευνας, η οποία διεξήχθη σε συνεργασία με το Μουσείο της Ιεράς Μονής Κύκκου στην τοποθεσία «Αυλή» στον Πάνω Πύργο Τηλλυρίας κάτω από την επίβλεψη του Στυλιανού Περδίκη, διευθυντή του Μουσείου Κύκκου, μαζί με την αρχαιολόγο του Μουσείου Κύκκου Βασιλική Λυσάνδρου και τον ανώτερο τεχνικό του Τμήματος Αρχαιοτήτων Γεώργιο Κουμή. Εθελοντικά συμμετείχε και η αρχαιολόγος Ουρανία Περδίκη. Η ανασκαφή διήρκεσε τέσσερις εβδομάδες από τις 5 μέχρι της 30 Οκτωβρίου 2009. Η Ιερά Μονή Κύκκου κάλυψε το μεγαλύτερο μέρος των εξόδων της ανασκαφής.
Η φετινή ανασκαφή επικεντρώθηκε προς τα βόρεια των οικοδομικών καταλοίπων, που εντοπίστηκαν κατά την περσινή πρώτη ανασκαφική φάση. Όπως αναμενόταν, το οικοδόμημα που ήταν κτισμένο με ορθογωνισμένους πωρόλιθους σε ισοδομικό σύστημα, επεκτεινόταν προς βορρά. Πρόκειται για την ανατολική πτέρυγα της οικοδομής, διαστάσεων περίπου 38 Χ 6.30 μέτρα και με άξονα νότος – βορράς, η οποία πιστεύεται ότι ήταν το σημαντικότερο τμήμα του όλου συγκροτήματος. Σύμφωνα με τα ανασκαφικά δεδομένα αυτή αποτελείται από έξι δωμάτια ανισομερή μεταξύ τους. Οι διαστάσεις τους ποικίλλουν ως προς το μήκος από 5.50, 6.60, 6.90 μέτρα. Ιδιαίτερα μεγάλη είναι η αίθουσα 6 με διαστάσεις 9.70 Χ 5.30 μέτρα.
Με τα μέχρι τώρα ανασκαφικά δεδομένα το μεσαιωνικό τούτο οικοδόμημα απαρτίζεται από οκτώ ανισομερή δωμάτια. Το κτήριο φαίνεται ότι επεκτείνεται προς τα δυτικά, όπου με κατεύθυνση ανατολή – δύση άρχισε να εμφανίζεται μια τρίτη πτέρυγα της οικοδομής. Αυτή αποτελεί συνέχεια του βόρειου άκρου της ανατολικής πτέρυγας. Η αποκάλυψη της πτέρυγας αυτής μόλις έχει αρχίσει. Ανασκάφηκε ένα δωμάτιο, το όγδοο κατά σειρά, του οποίου οι τοίχοι διέρχονται κάτω από υφιστάμενη νεώτερη, εγκαταλελειμμένη οικία των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα. Το δωμάτιο αυτό βρίσκεται στο ψηλότερο σημείο του φυσικού βράχου. Στο μέσο του νότιου τοίχου του δωματίου αυτού εντοπίστηκε θύρα με μονολιθικό κατώφλι στη θέση της διαστάσεων 110 Χ 76 εκ. Με βάση τη θύρα αυτή μπορούμε να υπολογίσουμε την υψομετρική στάθμη του υπόλοιπου πατώματος – ορόφου της οικοδομής.
Οικοδομικά κατάλοιπα δομημένα κύρια με ακατέργαστους τοπικούς ηφαιστειογενείς λίθους και άφθονο ασβεστοκονίαμα εντοπίστηκαν στα βορειοδυτικά εντός του τεμαχίου 503. Αυτά δεν οριοθετούν ακόμη πλήρη δωμάτια, αλλά είναι πασιφανές ότι σχετίζονται με το κτηριακό συγκρότημα, που ήρθε στο φως στα ανατολικότερα του χώρου.
Το υπό ανασκαφή μεσαιωνικό οικοδόμημα λιθολογήθηκε αγρίως κατά τα τέλη του 19ου αιώνα. Μεγάλες ποσότητες δομικού υλικού μετεφέρθηκαν στην πλησίον κοινότητα του Πάνω Πύργου, και χρησιμοποιήθηκαν σε δεύτερη χρήση ως οικοδομικό υλικό σε οικίες του χωριού. Κατά τη διάρκεια της ανασκαφής διενεργήθηκε επισκόπηση και καταγραφή – φωτογράφηση αυτών των οικιών.
Από τα κινητά ευρήματα ενδιαφέρουσα είναι η ποικιλία της κεραμικής, που απαρτίζεται από αβαφή και εφυαλωμένα αγγεία. Ως προς τα εφυαλωμένα, πλείστα από αυτά ξεχωρίζουν για την καλή ποιότητα τους και το ευμέγεθες σχήμα τους. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η εισηγημένη κεραμική (μαγιόλικα). Από τα μεταλλικά αντικείμενα ξεχωρίζει χάλκινο δακτυλίδι με εγχάρακτη διακόσμηση, καθώς και δύο μεσαιωνικά νομίσματα. Μετά τη συντήρησή τους φάνηκε ότι το ένα είναι κυπριακής κοπής, ασημένιο τενιέρ του φράγκου βασιλιά της Κύπρου Ερρίκου Β΄ Λουζινιανού (1285 – 1324), και το άλλο χάλκινο τορνεσέλλο, βενετικής κοπής του δόγη της Βενετίας Ανδρέα Κονταρίνη (1368 – 1382). Από τα ανώτερα στρώματα της ανασκαφής προέρχεται οθωμανική καπνοσύριγγα με ερυθρό επίχρυσμα.
Κατά τη διάρκεια της ανασκαφής διενεργήθηκε και αρχαιολογική επισκόπηση στην περιοχή του Μανσούρα όπου εντοπίστηκαν και χαρτογραφήθηκαν 47 τάφοι, οι οποίοι σύμφωνα με την κεραμική μπορούν να ενταχθούν στην Ελληνιστική και Ρωμαϊκή περίοδο.
Γενική άποψη του χώρου της ανασκαφής από νοτιοδυτικά
30. Πρόγραμμα 'Akrotiri Dunes', 2010
(Υπεύθυνος Προγράμματος: Δρ. Alan Simmons)
Το Τμήμα Αρχαιοτήτων ανακοινώνει την ολοκλήρωση ερευνητικού προγράμματος που διήρκησε 2 εβδομάδες μέσα στον Ιούλιο, στο Σταθμό της Βασιλικής Πολεμικής Αεροπορίας Ακρωτηρίου, υπό τη διεύθυνση του Δρ. Alan Simmons (Πανεπιστήμιο του Nevada, Las Vegas). Το ερευνητικό πρόγραμμα έλαβε χορηγία από το Brennan Foundation. Πρωταρχικός στόχος της έρευνας ήταν να βρεθούν στοιχεία που αφορούν τους πρώτους κάτοικους της Κύπρου, και συγκεκριμένα κατάλοιπα που χρονολογούνται στην ύστερη Επιπαλαιολιθική περίοδο (Φάση Ακρωτηρίου) και στη Νεολιθική περίοδο.
Η θέση Ακρωτήρι Αετόκρεμνος παραμένει μέχρι σήμερα η πιο πρώιμη, καλά χρονολογημένη θέση στην Κύπρο. Όταν διεξήχθησαν ανασκαφές εκεί πριν από 20 χρόνια, έγιναν δοκιμαστικές ανασκαφές σε τρεις άλλες θέσεις που πιθανόν να σχετίζονται με τον Αετόκρεμνο και που καταγράφηκαν από τον B. Pile. Οι τρεις αυτές θέσεις – Θέση 1, Θέση 2 και Θέση 23, περιείχαν όλες λίθινα απολεπίσματα που μπορούν να παραλληλιστούν με αυτά που βρέθηκαν στη θέση Αετόκρεμνος.
Οι έρευνες που διεξήχθησαν το 2010 στόχο είχαν να επανεξετάσουν τις τρεις αυτές θέσεις και να διαπιστώσουν κατά πόσο η διάβρωση του εδάφους είχε αποκαλύψει και άλλα ευρήματα. Επιπλέον, υπήρχε η ελπίδα ότι θα μαζευόταν υλικό που θα μπορούσε να χρονολογηθεί. Η έρευνα επίσης είχε στόχο να εντοπιστούν ξανά και να εξεταστούν κάποιες από τις υπόλοιπες θέσεις που είχαν καταγραφεί παλαιότερα.
Η Θέση 2, η κοντινότερη στον Αετόκρεμνο, φάνηκε να είναι η πιο υποσχόμενη. Ερευνήθηκαν επιφανειακά 400 μ² και ανασκάφηκε μια δοκιμαστική τομή. Το υλικό ήταν σχετικά άφθονο παρόλο που οι επιφανειακές ενδείξεις έδειχναν το αντίθετο. Στη Θέση 3 έγινε ξανά συλλογή υλικού και διανοίχθηκε μια δοκιμαστική τομή. Εδώ δεν υπήρχε καθόλου υλικό κάτω από την επιφάνεια της γης και το επιφανειακό υλικό ήταν μηδαμινό. Στη Θέση 23 έγινε ξανά συλλογή υλικού και ανασκάφηκαν δύο δοκιμαστικές τομές, μια εκ των οποίων περιείχε μια εστία η οποία δεν είναι σίγουρο ακόμη αν είναι πρόσφατη ή αρχαία και μόνο με ραδιοχρονολόγηση μπορεί να ξεκαθαριστεί το ζήτημα αυτό.
Επιπλέον, η Θέση 9 του Pile ερευνήθηκε ξανά. Το υλικό από τη θέση αυτή ήταν περιορισμένο παρόλο που καταγράφηκαν τα κατάλοιπα αριθμού εστιών. Διεξήχθη και μικρής κλίμακας επισκόπηση κοντά στη Θέση 9 ενώ ταυτίστηκε και μια από τις θέσεις του Pile και μια μεμονωμένη λίθινη Νεολιθική αξίνα την οποία είχε ο ίδιος καταγράψει τότε.
Ένας τομέας με τον οποίο ασχολήθηκε το πρόγραμμα ήταν η ανασκαφή αρχαίων χωμάτινων αποθέσεων (paleosols) που χαρακτηρίζονται από ερυθρή terra rosa ή ‘hamras’. Μέσα σε αυτά τα χώματα ότι υλικό υπάρχει είναι σίγουρα πολύ παλιό. Εν τούτοις, οι ανασκαφές δεν εντόπισαν ευρήματα.
Συμπερασματικά, οι μικρής κλίμακας αυτές θέσεις πιθανόν να σχετίζονται με τη θέση Ακρωτήρι Αετόκρεμνος, βάσει της ομοιότητας των ευρημάτων που προκύπτουν. Επιπλέον, η μελέτη τους συμβάλλει στην καλύτερη κατανόηση του συστήματος κατοίκησης των πρώτων κατοίκων στη χερσόνησο Ακρωτηρίου. Όλες οι πιο πάνω θέσεις έχουν υποστεί σοβαρές καταστροφές εξαιτίας φυσικών και πολιτισμικών φαινομένων και οι πιθανότητες να μπορέσουν να προσφέρουν επιπλέον πληροφορίες είναι περιορισμένες. Το ερευνητικό πρόγραμμα ευχαριστεί ιδιαίτερα το Τμήμα Αρχαιοτήτων για τη στήριξή του αλλά και τη Βασιλική Αεροπορία των βάσεων για τη βοήθεια της.
31. Ανασκαφές του Πανεπιστημίου της Γενεύης στη θέση Καταλιόντας Κούρβελλος, 2010
(Υπεύθυνος Προγράμματος: Δρ. Julien Beck)
Το Τμήμα Αρχαιοτήτων, ανακοινώνει τη λήξη της φετινής ερευνητικής περιόδου του Πανεπιστημίου της Γενεύης στη θέση Καταλιόντας Κούρβελλος, υπό τη διεύθυνση του Δρ. Julien Beck.
Η θέση Καταλιόντας Κούρβελλος χρονολογείται στην Ακεραμική Νεολιθική εποχή και βρίσκεται στους ανατολικούς πρόποδες της οροσειράς του Τροόδους, περίπου είκοσι χιλιόμετρα από τη Λευκωσία. Η θέση είχε επισκοπηθεί το 1972 αλλά ποτέ δεν ανασκάφηκε αφού θεωρήθηκε τότε ότι δε θα διατηρείτο στρωματογραφημένο υλικό εξαιτίας της διάβρωσης του εδάφους. Η ανάγκη για επαλήθευση τέτοιων υποθέσεων απετέλεσε πρωταρχικό στόχο της πρώτης ερευνητικής περιόδου του Πανεπιστημίου της Γενεύης στη θέση αυτή. Συνεπώς, διανοίχτηκαν ανασκαφικές τομές στις πλαγιές του γνωστού αυτού λόφου, στην κορυφή του οποίου προεξέχει βραχώδες έξαρμα, το οποίο και έδωσε το όνομά του στη θέση. Στο χώρο αποκαλύφθηκαν εκατοντάδες κροκάλες ποταμού οι οποίες σίγουρα είχαν μεταφερθεί από κάποια απόσταση.
Τα πρώτα αποτελέσματα των ερευνών υπήρξαν ιδιαίτερα αποκαλυπτικά. Σε κάθε τομή, ακόμη και σε αυτές που διανοίχθηκαν κοντά στο βραχώδες έξαρμα της κορυφής του λόφου, βρέθηκαν Νεολιθικά κατάλοιπα. Τα κατάλοιπα αυτά ήταν όμως αναμεμειγμένα με ευρήματα από την Κλασική αρχαιότητα, μεταξύ των οποίων και εξαρτήματα χάλκινου και σιδερένιου οπλισμού. Βρέθηκε επίσης και Μεσαιωνική εφυαλωμένη κεραμική σε μικρές όμως ποσότητες. Συνεπώς, μπορεί να ειπωθεί ότι ο λόφος αυτός υπήρξε κέντρο δραστηριοτήτων σε διάφορες περιόδους κατά την αρχαιότητα και όχι μόνο κατά τη Νεολιθική περίοδο. Κατά την αρχαιότητα, το μαλακό φυσικό έδαφος στη βάση του εξάρματος είχε σκαφτεί σε ένα σημείο για να σχηματιστούν κατακόρυφοι τοίχοι ύψους πέραν του ενός μέτρου, όπως και δάπεδο. Σε ψηλότερο σημείο του λόφου αποκαλύφθηκαν τα κατάλοιπα λιθόκτιστου τοίχου, ο οποίος είναι κτισμένος απευθείας στο φυσικό βράχο και χρήζει περαιτέρω διερεύνησης.
Παρόλη τη διάβρωση που παρατηρείται στο λόφο, τα αρχαιολογικά κατάλοιπα δε φαίνεται να είναι μόνο επιφανειακά όπως θεωρείτο προηγουμένως. Οι μεταγενέστερες χρήσεις του χώρου όμως, από την Κλασική αρχαιότητα μέχρι τα Μεσαιωνικά χρόνια τουλάχιστον, πιθανόν να κατέστρεψαν τα πρωιμότερα, νεολιθικά στρώματα. Η αναζήτηση των πρώιμων αυτών στρωμάτων θα συνεχιστεί κατά το 2011.
No documents found
|
|
|