English
Έμβλημα της Κυπριακής Δημοκρατίας Τμήμα Αρχαιοτήτων


Αρχική Σελίδα |Συνήθεις Ερωτήσεις | Χάρτης Πλοήγησης | Συνδέσεις | Επικοινωνία
Αναζήτηση:  
Αναζήτηση
Ειδική Αναζήτηση         
Ευρωπαϊκά Προγράμματα
Πίσω
ΕκτύπωσηΕκτύπωση


ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΟΣΤΕΟΛΟΓΙΚΩΝ ΚΑΙ ΜΟΡΙΑΚΩΝ ΜΕΘΟΔΩΝ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ – ΑΝΑΒΙΩΣΗ ΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΤΩΝ ΜΕΣΩΝ ΧΡΟΝΩΝ


«Εισαγωγή Οστεολογικών και Μοριακών Μεθόδων στην Κυπριακή Αρχαιολογία – Αναβίωση της Λευκωσίας των Μέσων Χρόνων»

Ανάδοχος Φορέας: Τμήμα Αρχαιοτήτων
Συντονιστής Έργου: Γιάννης Βιολάρης
Επιστημ. Υπεύθυνος: Πόπη Χρυσοστόμου

Συνεργαζόμενοι Φορείς: Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου
Εργαστήριο Δικανικής Γενετικής: Δρ. Μάριος Καριόλου, Παναγιώτης Μανώλη
Τμήμα Θαλασσαιμίας: Δρ. Μαρίνα Κλεάνθους, Γιώργος Χριστόπουλος

Συνεργάτης Ερευνητής: Δρ. Μιχάλης Αγκαστινιώτης

Τελικοί Χρήστες: Πανεπιστήμιο Κύπρου, Δρ. Δημήτριος Μιχαηλίδης
Ίδρυμα Α. Γ. Λεβέντη, Δρ. Βάσος Καραγιώργης

Συγχρηματοδότηση έργου από το Ίδρυμα Προώθησης Έρευνας, κάτω από το Πρόγραμμα «Έρευνα και Τεχνολογική Ανάπτυξη την περίοδο 2003-2005»


Εισαγωγή Οστεολογικών και Μοριακών Μεθόδων στην Κυπριακή Αρχαιολογία – Αναβίωση της Λευκωσίας των Μέσων Χρόνων



Το πιο πάνω τετραετές ερευνητικό έργο αποσκοπούσε στη μελέτη του ανθρώπινου σκελετικού υλικού που ανασκάφηκε κατά την περίοδο 2002-2004 στο χώρο του Παλαιού Δημαρχείου στη Λευκωσία, μέσω μιας διεπιστημονικής προσέγγισης: της αρχαιολογίας, της ανθρωπολογίας, της ιστορίας, της γενετικής και της ιατρικής.

Συγκεκριμένα, το πρωτοποριακό και φιλόδοξο αυτό πρόγραμμα είχε στόχο:

(α) τη μελέτη των ταφικών εθίμων κατά τον 11ο – 15ο αιώνα μ.Χ. στην Κύπρο,
(β) την ανθρωπολογική μελέτη μέσω ανθρωποσκοπικών και οστεομετρικών μεθόδων ενός ελάχιστου αριθμού 209 σκελετών,
(γ) την παλαιοδημογραφική ανάλυση του υπό μελέτη πληθυσμού,
(δ) τη μοριακή ανάλυση δειγμάτων σε επίπεδο μιτοχονδριακού DNA και χρωμοσώματος Ψ,
(ε) τη γενετική εξακρίβωση της ύπαρξης παθογόνων γονιδίων της β-Μεσογειακής Αναιμίας, και
(στ) τη δημιουργία μιας σκελετικής συλλογής για εκπαιδευτικούς σκοπούς.

Τα κυριότερα αποτελέσματα της έρευνας μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:


(α) Αρχαιολογική μελέτη:

Μελετήθηκαν τα αρχαιολογικά δεδομένα που αφορούσαν τα κοιμητήρια που σχετίζονται με τις δυο εκκλησίες που ανασκάφηκαν στον χώρο του Παλαιού Δημαρχείου και που χρονολογούνται περί τα τέλη του 12ου–αρχές του 13ου αι. μ.Χ. (Εκκλησία Α΄) και περί τα τέλη του 11ου/αρχές του 12ου–15ου αι. μ.Χ. (Εκκλησία Β΄). Καταγράφηκαν τα ταφικά έθιμα των περιόδων αυτών τα οποία συνδέθηκαν με άλλες αρχαιολογικές, ιστορικές και εθνογραφικές πηγές, σε μια προσπάθεια ανασύστασης μιας πιο αντιπροσωπευτικής εικόνας των θρησκευτικών πρακτικών που αφορούσαν τον θάνατο κατά τις υπό μελέτη περιόδους.

(β) Ανθρωπολογική μελέτη:

Δημιουργήθηκε μια βάση δεδομένων του υπό μελέτη υλικού που αφορά ένα ελάχιστο αριθμό 209 ατόμων και συμπεριλαμβάνει εκτός από τα ανθρωπολογικά στοιχεία (καταγραφή υλικού, καθορισμό φύλου, προσδιορισμό ηλικίας κατά το χρόνο θανάτου, υπολογισμό αναστήματος, καταγραφή τραυμάτων/παθολογιών, κλπ), ανασκαφικά ημερολόγια, σχέδια και φωτογραφίες. Εξετάστηκε επίσης ο προσδιορισμός ηλικίας κατά το χρόνο θανάτου μέσω ακτινογραφιών και εφαρμόστηκε μια νέα μέθοδος βασισμένη στον κυπριακό πληθυσμό. Η μέθοδος αυτή παρουσιάζει πιο αξιόπιστα αποτελέσματα σε σύγκριση με τις υφιστάμενες ανθρωπολογικές μεθόδους, εφόσον συγκριτική μελέτη που εφαρμόστηκε με τη μέθοδο αυτή σε σκελετούς όπου η ηλικία είναι τεκμηριωμένη, αποδίδει μικρότερη αποκλίση από την πραγματική ηλικία. Αναπτύχθηκαν, τέλος, νέοι στατιστικοί υπολογισμοί για τον καθορισμό του ύψους με βάση τον κυπριακό πληθυσμό της υπό αναφορά περιόδου.

(γ) Παλαιοδημογραφική μελέτη:

Καταρτήστικαν δημογραφικοί Πίνακες Ζωής που αφορούν τα κοιμητήρια των δυο εκκλησιών και συγκρίθηκαν με τους Πίνακες Ζωής άλλων ευρωπαϊκών αρχαιολογικών πληθυσμών. Ο κοιμητηριακός πληθυσμός του Παλαιού Δημαρχείου, και ιδιαίτερα της Εκκλησίας Α΄ (12ος/13ος αι.), παρουσιάζει αυξημένα ποσοστά βρεφικής θνησιμότητας (53%).

(δ) Γενετική μελέτη:

Αναλύθηκαν σε μοριακό επίπεδο 47 σκελετικά δείγματα και επιτεύχθηκε η απομόνωση γενετικού υλικού σε 32 από αυτά. Σε 14 δείγματα έγινε κατορθωτή η τυποποίηση του ανδρικού χρωμοσώματος-Ψ τεκμηριώνοντας ότι τα δείγματα ανήκαν σε αρρένες που δεν είχαν ωστόσο μεταξύ τους πατρική συγγένεια. Για 8 από τα 14 δείγματα προέκυψαν ικανοποιητικά δεδομένα για την κατάταξη τους σε 8 διαφορετικούς απλότυπους-Ψ, γεγονός που υποδεικνύει μεγάλη ετερογένεια μεταξύ του ανδρικού πληθυσμού. Οι απλότυποι που καταγράφηκαν είναι πολύ σπάνιοι τόσο σε διεθνείς ηλεκτρονικές βάσεις, όσο και σε γενετικές βάσεις του κυπριακού πληθυσμού.

Σε 16 δείγματα προέκυψαν ικανοποιητικά δεδομένα έτσι ώστε να καταταγούν σε 10 διαφορετικούς μιτοχονδριακούς απλοτύπους. Οι απλότυποι των σκελετικών δειγμάτων που συνδέονται με την Εκκλησία Α΄ παρουσιάζονται επίσης σε σκελετούς που συνδέονται με την Εκκλησία Β΄ και χρονολογούνται από τον 11ο μέχρι τον 15ο αιώνα. Σημαντικό εύρημα είναι ο εντοπισμός νέων απλότυπων (Η1, Η2, Η6 και Κ), γεωγραφικά προσανατολισμένων σε Ευρωπαϊκούς πληθυσμούς, μόνο σε σκελετούς του 14ου-15ου αιώνα.

Τα γενετικά δεδομένα σε συνδυασμό με τα δημογραφικά στοιχεία που προέκυψαν από το πρόγραμμα αυτό, υποστηρίζουν τη θεωρία ενός νεοεισερχόμενου πληθυσμού στα μεταγενέστερα στρώματα του νεκροταφείου. Μια νέα πληθυσμιακή ομάδα θα είχε ως αποτέλεσμα, τουλάχιστον κατά την πρώτη γενεά, μια πλασματικά αυξημένη ποσοστιαία βρεφική θνησιμότητα, καθώς επίσης και την παρουσία στον κοιμητηριακό πληθυσμό νέων απλότυπων. Η θεωρία αυτή συνάδει με τις ιστορικές πηγές, δηλαδή με την έναρξη της Φραγκοκρατίας στην Κύπρο το 1191.

(ε) Θαλασσαιμία:

Η θαλασσαιμία είναι μια κληρονομική ασθένεια που απαντάται σε υψηλά επίπεδα στον νεότερο κυπριακό πληθυσμό (ενάς στους επτά Κύπριους είναι φορέας της β-θαλασσαιμίας) ενώ παρουσιάζεται και σε σκελετούς που χρονολογούνται ακόμα και στη Νεολιθική εποχή. Από τα 12 δείγματα που αναλύθηκαν μέσα στα πλαίσια του προγράμματος, η μοριακή ανάλυση ήταν επιτυχής σε 7 από αυτά, χωρίς όμως να εντοπισθεί η αντικατάσταση της βάσης G από A στο σημείο IVSI-110, η οποία είναι και η πιο κοινή μετάλλαξη της θαλασσαιμίας (80.6%) στον νεότερο κυπριακό πληθυσμό.

(στ) Ανθρώπινη Σκελετική Συλλογή:

Σύμφωνα με τα παραδοτέα του προγράμματος, μέρος της υπό μελέτης σκελετικής συλλογής στεγάζεται για διδακτικούς σκοπούς στην Ερευνητική Μονάδα Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου.

Εισαγωγή Οστεολογικών και Μοριακών Μεθόδων στην Κυπριακή Αρχαιολογία – Αναβίωση της Λευκωσίας των Μέσων Χρόνων













Αρχή Σελίδας


Καλύτερη Απεικόνιση με MS Internet Explorer 5.5+, Netscape Navigator 6.2+


© 2005 - 2018 Κυπριακή Δημοκρατία, Υπουργείο Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων

Τμήμα Αρχαιοτήτων
Αρχική Σελίδα | Κυβερνητική Πύλη Διαδικτύου | Αποποίηση | Υπεύθυνος Σελίδας